Πρόβουλος
452 ξυνταξάμενοι .
Λυσιστράτη
νὴ τὼ θεὼ γνώσεσθ’ ἄρα
453 ὅτι καὶ παρ’ ἡμῖν εἰσι τέτταρες λόχοι
454 μαχίμων γυναικῶν ἔνδον ἐξωπλισμένων .
Πρόβουλος
455 ἀποστρέφετε τὰς χεῖρας αὐτῶν ὦ Σκύθαι .
Λυσιστράτη
456 ὦ ξύμμαχοι γυναῖκες ἐκθεῖτ’ ἔνδοθεν ,
457 ὦ σπερμαγοραιολεκιθολαχανοπώλιδες ,
458 ὦ σκοροδοπανδοκευτριαρτοπώλιδες ,
459 οὐχ ἕλξετ’ , οὐ παιήσετ’ , οὐκ ἀράξετε ;
460 οὐ λοιδορήσετ’ , οὐκ ἀναισχυντήσετε ;
461 παύσασθ’ , ἐπαναχωρεῖτε , μὴ σκυλεύετε .
Πρόβουλος
462 οἴμ’ ὡς κακῶς πέπραγέ μου τὸ τοξικόν .
Λυσιστράτη
463 ἀλλὰ τί γὰρ ᾤου ; πότερον ἐπὶ δούλας τινὰς
464 ἥκειν ἐνόμισας , ἢ γυναιξὶν οὐκ οἴει
465 χολὴν ἐνεῖναι ;
Πρόβουλος
νὴ τὸν Ἀπόλλω καὶ μάλα
466 πολλήν γ’ , ἐάνπερ πλησίον κάπηλος ᾖ .
Χορὸς
467 ὦ πόλλ’ ἀναλώσας ἔπη πρόβουλε τῆσδε τῆς γῆς ,
468 τί τοῖσδε σαυτὸν ἐς λόγους τοῖς θηρίοις συνάπτεις ;
469 οὐκ οἶσθα λουτρὸν οἷον αἵδ’ ἡμᾶς ἔλουσαν ἄρτι
470 ἐν τοῖσιν ἱματιδίοις , καὶ ταῦτ’ ἄνευ κονίας ;