Πρόβουλος
588 αἶς οὐδὲ μετῆν πάνυ τοῦ πολέμου ;
Λυσιστράτη
καὶ μὴν ὦ παγκατάρατε
589 πλεῖν ἤ γε διπλοῦν αὐτὸν φέρομεν , πρώτιστον μέν γε τεκοῦσαι
590 κἀκπέμψασαι παῖδας ὁπλίτας .
Πρόβουλος
σίγα , μὴ μνησικακήσῃς .
Λυσιστράτη
591 εἶθ’ ἡνίκα χρῆν εὐφρανθῆναι καὶ τῆς ἥβης ἀπολαῦσαι ,
592 μονοκοιτοῦμεν διὰ τὰς στρατιάς . καὶ θἠμέτερον μὲν ἐᾶτε ,
593 περὶ τῶν δὲ κορῶν ἐν τοῖς θαλάμοις γηρασκουσῶν ἀνιῶμαι .
Πρόβουλος
594 οὔκουν χἄνδρες γηράσκουσιν ;
Λυσιστράτη
μὰ Δί’ ἀλλ’ οὐκ εἶπας ὅμοιον .
595 ὁ μὲν ἥκων γάρ , κἂν ᾖ πολιός , ταχὺ παῖδα κόρην γεγάμηκεν ·
596 τῆς δὲ γυναικὸς σμικρὸς ὁ καιρός , κἂν τούτου μὴ ’πιλάβηται ,
597 οὐδεὶς ἐθέλει γῆμαι ταύτην , ὀττευομένη δὲ κάθηται .
Πρόβουλος
598 ἀλλ’ ὅστις ἔτι στῦσαι δυνατὸς —
Λυσιστράτη
599 σὺ δὲ δὴ τί μαθὼν οὐκ ἀποθνῄσκεις ;
600 † χωρίον ἐστί · † σορὸν ὠνήσει ·
601 μελιτοῦτταν ἐγὼ καὶ δὴ μάξω .
602 λαβὲ ταυτὶ καὶ στεφάνωσαι .
Γυνὴ
603 καὶ ταυτασὶ δέξαι παρ’ ἐμοῦ .
604 καὶ τουτονγὶ λαβὲ τὸν στέφανον .
Λυσιστράτη
605 τοῦ δεῖ ; τί ποθεῖς ; χώρει ’ς τὴν ναῦν ·
606 ὁ Χάρων σε καλεῖ ,
607 σὺ δὲ κωλύεις ἀνάγεσθαι .