Καρίων
1 ὡς ἀργαλέον πρᾶγμ’ ἐστὶν Ζεῦ καὶ θεοὶ
2 δοῦλον γενέσθαι παραφρονοῦντος δεσπότου .
3 ἢν γὰρ τὰ βέλτισθ’ θεράπων λέξας τύχῃ ,
4 δόξῃ δὲ μὴ δρᾶν ταῦτα τῷ κεκτημένῳ ,
5 μετέχειν ἀνάγκη τὸν θεράποντα τῶν κακῶν .
6 τοῦ σώματος γὰρ οὐκ ἐᾷ τὸν κύριον
7 κρατεῖν δαίμων , ἀλλὰ τὸν ἐωνημένον .
8 καὶ ταῦτα μὲν δὴ ταῦτα . τῷ δὲ Λοξίᾳ ,
9 ὃς θεσπιῳδεῖ τρίποδος ἐκ χρυσηλάτου ,
10 μέμψιν δικαίαν μέμφομαι ταύτην , ὅτι
11 ἰατρὸς ὢν καὶ μάντις , ὥς φασιν , σοφὸς
12 μελαγχολῶντ’ ἀπέπεμψέ μου τὸν δεσπότην ,
13 ὅστις ἀκολουθεῖ κατόπιν ἀνθρώπου τυφλοῦ ,
14 τοὐναντίον δρῶν προσῆκ’ αὐτῷ ποιεῖν .
15 οἱ γὰρ βλέποντες τοῖς τυφλοῖς ἡγούμεθα ,
16 οὗτος δ’ ἀκολουθεῖ , κἀμὲ προσβιάζεται ,
17 καὶ ταῦτ’ ἀποκρινομένῳ τὸ παράπαν οὐδὲ γρῦ .
18 ἐγὼ μὲν οὖν οὐκ ἔσθ’ ὅπως σιγήσομαι ,
19 ἢν μὴ φράσῃς τι τῷδ’ ἀκολουθοῦμέν ποτε
20 δέσποτ’ , ἀλλά σοι παρέξω πράγματα .
21 οὐ γάρ με τυπτήσεις στέφανον ἔχοντά γε .
Χρεμύλος
22 μὰ Δί’ ἀλλ’ ἀφελὼν τὸν στέφανον , ἢν λυπῇς τί με ,