Βλεψίδημος
335 τί ἂν οὖν τὸ πρᾶγμ’ εἴη ; πόθεν καὶ τίνι τρόπῳ
336 Χρεμύλος πεπλούτηκ’ ἐξαπίνης ; οὐ πείθομαι .
337 καίτοι λόγος γ’ ἦν νὴ τὸν Ἡρακλέα πολὺς
338 ἐπὶ τοῖσι κουρείοισι τῶν καθημένων ,
339 ὡς ἐξαπίνης ἀνὴρ γεγένηται πλούσιος .
340 ἔστιν δέ μοι τοῦτ’ αὐτὸ θαυμάσιον , ὅπως
341 χρηστόν τι πράττων τοὺς φίλους μεταπέμπεται .
342 οὔκουν ἐπιχώριόν γε πρᾶγμ’ ἐργάζεται .
Χρεμύλος
343 ἀλλ’ οὐδὲν ἀποκρύψας ἐρῶ · νὴ τοὺς θεοὺς
344 Βλεψίδημ’ ἄμεινον χθὲς πράττομεν ,
345 ὥστε μετέχειν ἔξεστιν · εἶ γὰρ τῶν φίλων .
Βλεψίδημος
346 γέγονας δ’ ἀληθῶς , ὡς λέγουσι , πλούσιος ;
Χρεμύλος
347 ἔσομαι μὲν οὖν αὐτίκα μάλ’ , ἢν θεὸς θέλῃ .
348 ἔνι γάρ τις ἔνι κίνδυνος ἐν τῷ πράγματι .
Βλεψίδημος
349 ποῖός τις ;
Χρεμύλος
οἷος ;
Βλεψίδημος
λέγ’ ἀνύσας τι φῄς ποτε .
Χρεμύλος
350 ἢν μὲν κατορθώσωμεν , εὖ πράττειν ἀεί ·
351 ἢν δὲ σφαλῶμεν , ἐπιτετρῖφθαι τὸ παράπαν .