Δίκαιος
906 πῶς οὖν διέζης πόθεν μηδὲν ποιῶν ;
Συκοφάντης
907 τῶν τῆς πόλεώς εἰμ’ ἐπιμελητὴς πραγμάτων
908 καὶ τῶν ἰδίων πάντων .
Δίκαιος
σύ ; τί μαθών ;
Συκοφάντης
βούλομαι .
Δίκαιος
909 πῶς οὖν ἂν εἴης χρηστὸς τοιχωρύχε ,
910 εἴ σοι προσῆκον μηδὲν εἶτ’ ἀπεχθάνει ;
Συκοφάντης
911 οὐ γὰρ προσήκει τὴν ἐμαυτοῦ μοι πόλιν
912 εὐεργετεῖν κέπφε καθ’ ὅσον ἂν σθένω ;
Δίκαιος
913 εὐεργετεῖν οὖν ἐστι τὸ πολυπραγμονεῖν ;
Συκοφάντης
914 τὸ μὲν οὖν βοηθεῖν τοῖς νόμοις τοῖς κειμένοις
915 καὶ μὴ ’πιτρέπειν ἐάν τις ἐξαμαρτάνῃ .
Δίκαιος
916 οὔκουν δικαστὰς ἐξεπίτηδες πόλις
917 ἄρχειν καθίστησιν ;
Συκοφάντης
κατηγορεῖ δὲ τίς ;
Δίκαιος
918 βουλόμενος .
Συκοφάντης
οὐκοῦν ἐκεῖνός εἰμ’ ἐγώ ,
919 ὥστ’ εἰς ἔμ’ ἥκει τῆς πόλεως τὰ πράγματα .
Δίκαιος
920 νὴ Δία πονηρόν γ’ ἆρα προστάτην ἔχει .
921 ἐκεῖνο δ’ οὐ βούλοι’ ἄν , ἡσυχίαν ἔχων
922 ζῆν ἀργός ;
Συκοφάντης
ἀλλὰ προβατίου βίον λέγεις ,
923 εἰ μὴ φανεῖται διατριβή τις τῷ βίῳ .
Δίκαιος
924 οὐδ’ ἂν μεταμάθοις ;
Συκοφάντης
οὐδ’ ἂν εἰ δοίης γέ μοι
925 τὸν Πλοῦτον αὐτὸν καὶ τὸ Βάττου σίλφιον .