Ἱερεύς
1178 ὅτι πάντες εἰσὶ πλούσιοι · καίτοι τότε ,
1179 ὅτ’ εἶχον οὐδέν , μὲν ἂν ἥκων ἔμπορος
1180 ἔθυσεν ἱερεῖόν τι σωθείς , δέ τις ἂν
1181 δίκην ἀποφυγών , δ’ ἂν ἐκαλλιερεῖτό τις
1182 κἀμέ γ’ ἐκάλει τὸν ἱερέα · νῦν δ’ οὐδὲ εἷς
1183 θύει τὸ παράπαν οὐδὲν οὐδ’ εἰσέρχεται ,
1184 πλὴν ἀποπατησόμενοί γε πλεῖν μύριοι .
Χρεμύλος
1185 οὔκουν τὰ νομιζόμενα σὺ τούτων λαμβάνεις ;
Ἱερεύς
1186 τὸν οὖν Δία τὸν σωτῆρα καὐτός μοι δοκῶ
1187 χαίρειν ἐάσας ἐνθάδ’ αὐτοῦ καταμένειν .
Χρεμύλος
1188 θάρρει · καλῶς ἔσται γάρ , ἢν θεὸς θέλῃ .
1189 Ζεὺς σωτὴρ γὰρ πάρεστιν ἐνθάδε ,
1190 αὐτόματος ἥκων .
Ἱερεύς
πάντ’ ἀγαθὰ τοίνυν λέγεις .
Χρεμύλος
1191 ἱδρυσόμεθ’ οὖν αὐτίκα μάλ’ , ἀλλὰ περίμενε
1192 τὸν Πλοῦτον , οὗπερ πρότερον ἦν ἱδρυμένος
1193 τὸν ὀπισθόδομον ἀεὶ φυλάττων τῆς θεοῦ .
1194 ἀλλ’ ἐκδότω τις δεῦρο δᾷδας ἡμμένας ,
1195 ἵν’ ἔχων προηγῇ τῷ θεῷ σύ .
Ἱερεύς
πάνυ μὲν οὖν