Ἄδμητος
246 ὁρᾷ σὲ κἀμέ , δύο κακῶς πεπραγότας ,
247 οὐδὲν θεοὺς δράσαντας ἀνθ’ ὅτου θανῇ .
Ἄλκηστις
248 γαῖά τε καὶ μελάθρων στέγαι
249 νυμφίδιοί τε κοῖται πατρίας Ἰωλκοῦ .
Ἄδμητος
250 ἔπαιρε σαυτήν , τάλαινα , μὴ προδῷς ·
251 λίσσου δὲ τοὺς κρατοῦντας οἰκτῖραι θεούς . [ ... ]
Ἄλκηστις
252 ὁρῶ δίκωπον ὁρῶ σκάφος ἐν λίμνᾳ ·
253 νεκύων δὲ πορθμεὺς
254 ἔχων χέρ’ ἐπὶ κοντῷ Χάρων
255 μ’ ἤδη καλεῖ · Τί μέλλεις ;
256 ἐπείγου · σὺ κατείργεις . τάδε τοί με
256a σπερχόμενος ταχύνει .
Ἄδμητος
257 οἴμοι , πικράν γε τήνδε μοι ναυκληρίαν
258 ἔλεξας . δύσδαιμον , οἷα πάσχομεν .
Ἄλκηστις
259 ἄγει μ’ ἄγει τις · ἄγει μέ τις οὐχ ὁρᾷς ;
260 νεκύων ἐς αὐλάν ,
261 ὑπ’ ὀφρύσι κυαναυγέσι
262 βλέπων πτερωτός { αἵδας } .
263 [ μέθες με · ] τί ῥέξεις ; ἄφες . οἵαν ὅδον δειλαιότατα
263a προβαίνω .
Ἄδμητος
264 οἰκτρὰν φίλοισιν , ἐκ δὲ τῶν μάλιστ’ ἐμοὶ
265 καὶ παισίν , οἷς δὴ πένθος ἐν κοινῷ τόδε .