Ἄδμητος
1112 σὺ δ’ αὐτὸς αὐτὴν εἴσαγ’ , εἰ βούλῃ , δόμους .
Ἡρακλῆς
1113 ἐς σὰς μὲν οὖν ἔγωγε θήσομαι χέρας .
Ἄδμητος
1114 οὐκ ἂν θίγοιμι · δῶμα δ’ εἰσελθεῖν πάρα .
Ἡρακλῆς
1115 τῇ σῇ πέποιθα χειρὶ δεξιᾷ μόνῃ .
Ἄδμητος
1116 ἄναξ , βιάζῃ μ’ οὐ θέλοντα δρᾶν τάδε .
Ἡρακλῆς
1117 τόλμα προτεῖναι χεῖρα καὶ θιγεῖν ξένης .
Ἄδμητος
1118 καὶ δὴ προτείνω , Γοργόν’ ὡς καρατομῶν .
Ἡρακλῆς
1119 ἔχεις ;
Ἄδμητος
ἔχω ; ναί .
Ἡρακλῆς
σῷζέ νυν , καὶ τὸν Διὸς
1120 φήσεις ποτ’ εἶναι παῖδα γενναῖον ξένον .
1121 βλέψον πρὸς αὐτήν , εἴ τι σῇ δοκεῖ πρέπειν
1122 γυναικί · λύπης δ’ εὐτυχῶν μεθίστασο .
Ἄδμητος
1123 θεοί , τί λέξω θαῦμ’ ἀνέλπιστον τόδε
1124 γυναῖκα λεύσσων τήνδ’ ; ἐμὴν ἐτητύμως ;
1125 κέρτομός με θεοῦ τις ἐκπλήσσει χαρά ;
Ἡρακλῆς
1126 οὐκ ἔστιν , ἀλλὰ τήνδ’ ὁρᾷς δάμαρτα σήν .
Ἄδμητος
1127 ὅρα γε μή τι φάσμα νερτέρων τόδ’ .
Ἡρακλῆς
1128 οὐ ψυχαγωγὸν τόνδ’ ἐποιήσω ξένον .
Ἄδμητος
1129 ἀλλ’ ἣν ἔθαπτον εἰσορῶ δάμαρτ’ ἐμήν ;
Ἡρακλῆς
1130 σάφ’ ἴσθ’ . ἀπιστεῖν δ’ οὔ σε θαυμάζω τύχην .
Ἄδμητος
1131 θίγω , προσείπω ζῶσαν ὡς δάμαρτ’ ἐμήν ;
Ἡρακλῆς
1132 πρόσειπ’ . ἔχεις γὰρ πᾶν ὅσονπερ ἤθελες .