Χορός
962 ἐγὼ καὶ διὰ μούσας
963 καὶ μετάρσιος ᾖξα , καὶ
964 πλείστων ἁψάμενος λόγων
965 κρεῖσσον οὐδὲν Ἀνάγκας
966 ηὗρον , οὐδέ τι φάρμακον
967 Θρῄσσαις ἐν σανίσιν , τὰς
968 Ὀρφεία κατέγραψεν
970 γῆρυς , οὐδ’ ὅσα Φοῖβος Ἀσκληπιάδαις ἔδωκε
971 φάρμακα πολυπόνοις ἀντιτεμὼν βροτοῖσιν .
973 μόνας δ’ οὔτ’ ἐπὶ βωμοὺς
974 ἔστιν οὔτε βρέτας θεᾶς
975 ἐλθεῖν , οὐ σφαγίων κλύει .
976 μή μοι , πότνια , μείζων
977 ἔλθοις τὸ πρὶν ἐν βίῳ .
978 καὶ γὰρ Ζεὺς τι νεύσῃ ,
979 σὺν σοὶ τοῦτο τελευτᾷ .
980 καὶ τὸν ἐν Χαλύβοις δαμάζεις σὺ βίᾳ σίδαρον ,
981 οὐδέ τις ἀποτόμου λήματός ἐστιν αἰδώς .
984 καὶ σ’ ἐν ἀφύκτοισι χερῶν εἷλε θεὰ δεσμοῖς .
985 τόλμα δ’ · οὐ γὰρ ἀνάξεις ποτ’ ἔνερθεν
986 κλαίων τοὺς φθιμένους ἄνω .
987 καὶ θεῶν σκότιοι φθίνουσι
990 παῖδες ἐν θανάτῳ .
991 φίλα μὲν ὅτ’ ἦν μεθ’ ἡμῶν ,
992 φίλα δὲ { καὶ θανοῦσ’ ἔσται , }
994 γενναιοτάταν δὲ πασᾶν ἐζεύξω κλισίαις ἄκοιτιν .
995 μηδὲ νεκρῶν ὡς φθιμένων χῶμα νομιζέσθω
996 τύμβος σᾶς ἀλόχου , θεοῖσι δ’ ὁμοίως
997 τιμάσθω , σέβας ἐμπόρων .
1000 καί τις δοχμίαν κέλευθον
1001 ἐκβαίνων τόδ’ ἐρεῖ ·
1002 Αὕτα ποτὲ προύθαν’ ἀνδρός ,
1003 νῦν δ’ ἐστὶ μάκαιρα δαίμων ·
1004 χαῖρ’ , πότνι’ , εὖ δὲ δοίης . τοῖαί νιν προσεροῦσι
1005 φῆμαι .
1006 καὶ μὴν ὅδ’ , ὡς ἔοικεν , Ἀλκμήνης γόνος ,
1007 Ἄδμητε , πρὸς σὴν ἑστίαν πορεύεται .