Ἀνδρομάχη
501 ἅδ’ ἐγὼ χέρας αἱματηρὰς
502 βρόχοισι κεκλῃμένα
503 πέμπομαι κατὰ γαίας .
Παῖς
504 μᾶτερ μᾶτερ , ἐγὼ δὲ σᾷ
505 πτέρυγι συγκαταβαίνω .
Ἀνδρομάχη
506 θῦμα δάιον , χθονὸς
507 Φθίας κράντορες .
Παῖς
πάτερ ,
508 μόλε φίλοις ἐπίκουρος .
Ἀνδρομάχη
510 κείσῃ δή , τέκνον φίλος ,
511 μαστοῖς ματέρος ἀμφὶ σᾶς
512 νεκρὸς ὑπὸ χθονί , σὺν νεκρῷ { τ’ } [ ... ]
Παῖς
513 ὤμοι μοι , τί πάθω ; τάλας
514 δῆτ’ ἐγὼ σύ τε , μᾶτερ . [ ... ]
Μενέλαος
515 ἴθ’ ὑποχθόνιοι · καὶ γὰρ ἀπ’ ἐχθρῶν
516 ἥκετε πύργων · δύο δ’ ἐκ δισσαῖν
517 θνῄσκετ’ ἀνάγκαιν · σὲ μὲν ἡμετέρα
518 ψῆφος ἀναιρεῖ , παῖδα δ’ ἐμὴ παῖς
519 τόνδ’ Ἑρμιόνη · καὶ γὰρ ἀνοία
520 μεγάλη λείπειν ἐχθροὺς ἐχθρῶν ,
521 ἐξὸν κτείνειν
522 καὶ φόβον οἴκων ἀφελέσθαι . [ ... ]
Ἀνδρομάχη
523 πόσις πόσις , εἴθε σὰν
524 χεῖρα καὶ δόρυ σύμμαχον
525 κτησαίμαν , Πριάμου παῖ .
Παῖς
526 δύστανος , τί δ’ ἐγὼ μόρου
527 παράτροπον μέλος εὕρω ;
Ἀνδρομάχη
529 λίσσου , γούνασι δεσπότου
530 χρίμπτων , τέκνον .
Παῖς
φίλος ,
531 φίλος , ἄνες θάνατόν μοι .