Πηλεύς
1047 Φθιώτιδες γυναῖκες , ἱστοροῦντί μοι
1048 σημήνατ’ · ᾐσθόμην γὰρ οὐ σαφῆ λόγον
1049 ὡς δώματ’ ἐκλιποῦσα Μενέλεω κόρη
1050 φρούδη τάδ’ · ἥκω δ’ ἐκμαθεῖν σπουδὴν ἔχων
1051 εἰ ταῦτ’ ἀληθῆ · τῶν γὰρ ἐκδήμων φίλων
1052 δεῖ τοὺς κατ’ οἶκον ὄντας ἐκπονεῖν τύχας .
Χορός
1053 Πηλεῦ , σαφῶς ἤκουσας · οὐδ’ ἐμοὶ καλὸν
1054 κρύπτειν ἐν οἷς παροῦσα τυγχάνω κακοῖς ·
1055 βασίλεια γὰρ τῶνδ’ οἴχεται φυγὰς δόμων .
Πηλεύς
1056 τίνος φόβου τυχοῦσα ; διαπέραινέ μοι .
Χορός
1057 πόσιν τρέμουσα , μὴ δόμων νιν ἐκβάλῃ .
Πηλεύς
1058 μῶν ἀντὶ παιδὸς θανασίμων βουλευμάτων ;
Χορός
1059 ναί , καὶ γυναικὸς αἰχμαλωτίδος φόβῳ .
Πηλεύς
1060 σὺν πατρὶ δ’ οἴκους τίνος λείπει μέτα ;
Χορός
1061 Ἀγαμέμνονός νιν παῖς βέβηκ’ ἄγων χθονός .
Πηλεύς
1062 ποίαν περαίνων ἐλπίδ’ ; γῆμαι θέλων ;
Χορός
1063 καὶ σῷ γε παιδὸς παιδὶ πορσύνων μόρον .
Πηλεύς
1064 κρυπτὸς καταστὰς κατ’ ὄμμ’ ἐλθὼν μάχῃ ;
Χορός
1065 ἁγνοῖς ἐν ἱεροῖς Λοξίου Δελφῶν μέτα .
Πηλεύς
1066 οἴμοι · τόδ’ ἤδη δεινόν . οὐχ ὅσον τάχος
1067 χωρήσεταί τις Πυθικὴν πρὸς ἑστίαν
1068 καὶ τἀνθάδ’ ὄντα τοῖς ἐκεῖ λέξει φίλοις ,
1069 πρὶν παῖδ’ Ἀχιλλέως κατθανεῖν ἐχθρῶν ὕπο ;