Ἄγγελος
1085 ἐπεὶ τὸ κλεινὸν ἤλθομεν Φοίβου πέδον ,
1086 τρεῖς μὲν φαεννὰς ἡλίου διεξόδους
1087 θέᾳ διδόντες ὄμματ’ ἐξεπίμπλαμεν .
1088 καὶ τοῦθ’ ὕποπτον ἦν ἄρ’ · εἰς δὲ συστάσεις
1089 κύκλους τ’ ἐχώρει λαὸς οἰκήτωρ θεοῦ .
1090 Ἀγαμέμνονος δὲ παῖς διαστείχων πόλιν
1091 ἐς οὖς ἑκάστῳ δυσμενεῖς ηὔδα λόγους ·
1092 Ὁρᾶτε τοῦτον , ὃς διαστείχει θεοῦ
1093 χρυσοῦ γέμοντα γύαλα , θησαυροὺς βροτῶν ,
1094 τὸ δεύτερον παρόντ’ ἐφ’ οἷσι καὶ πάρος
1095 δεῦρ’ ἦλθε , Φοίβου ναὸν ἐκπέρσαι θέλων ;
1096 κἀκ τοῦδ’ ἐχώρει ῥόθιον ἐν πόλει κακόν ·
1097 ἀρχαί τε , πληροῦντές τε βουλευτήρια ,
1098 ἰδίᾳ θ’ ὅσοι θεοῦ χρημάτων ἐφέστασαν ,
1099 φρουρὰν ἐτάξαντ’ ἐν περιστύλοις δόμοις .
1100 ἡμεῖς δὲ μῆλα , φυλλάδος Παρνασίας
1101 παιδεύματ’ , οὐδὲν τῶνδέ πω πεπυσμένοι ,
1102 λαβόντες ᾖμεν ἐσχάραις τ’ ἐφέσταμεν
1103 σὺν προξένοισι μάντεσίν τε Πυθικοῖς .
1104 καί τις τόδ’ εἶπεν · νεανία , τί σοι
1105 θεῷ κατευξώμεσθα ; τίνος ἥκεις χάριν ;
1106 δ’ εἶπε · Φοίβῳ τῆς πάροιθ’ ἁμαρτίας
1107 δίκας παρασχεῖν βουλόμεσθ’ · ᾔτησα γὰρ
1108 πατρός ποτ’ αὐτὸν αἵματος δοῦναι δίκην .
1109 κἀνταῦθ’ Ὀρέστου μῦθος ἰσχύων μέγα
1110 ἐφαίνεθ’ , ὡς ψεύδοιτο δεσπότης ἐμός ,
1111 ἥκων ἐπ’ αἰσχροῖς . ἔρχεται δ’ ἀνακτόρων
1112 κρηπῖδος ἐντός , ὡς πάρος χρηστηρίων
1113 εὔξαιτο Φοίβῳ · τυγχάνει δ’ ἐν ἐμπύροις ·
1114 τῷ δὲ { ξιφήρης ἆρ’ } ὑφειστήκει λόχος
1115 δάφνῃ σκιασθείς · ὧν Κλυταιμήστρας τόκος
1116 εἷς ἦν ἁπάντων τῶνδε μηχανορράφος .
1117 χὣ μὲν κατ’ ὄμμα στὰς προσεύχεται θεῷ ·
1118 οἳ δ’ ὀξυθήκτοις φασγάνοις ὡπλισμένοι
1119 κεντοῦσ’ ἀτευχῆ παῖδ’ Ἀχιλλέως λάθρᾳ .
1120 χωρεῖ δὲ πρύμναν · οὐ γὰρ εἰς καιρὸν τυπεὶς
1121 ἐτύγχαν’ · ἐξέλκει δὲ καὶ παραστάδος
1122 κρεμαστὰ τεύχη πασσάλων καθαρπάσας
1123 ἔστη ’πὶ βωμοῦ γοργὸς ὁπλίτης ἰδεῖν ,
1124 βοᾷ δὲ Δελφῶν παῖδας ἱστορῶν τάδε ·
1125 Τίνος μ’ ἕκατι κτείνετ’ εὐσεβεῖς ὁδοὺς
1126 ἥκοντα ; ποίας ὄλλυμαι πρὸς αἰτίας ;
1127 τῶν δ’ οὐδὲν οὐδεὶς μυρίων ὄντων πέλας
1128 ἐφθέγξατ’ , ἀλλ’ ἔβαλλον ἐκ χερῶν πέτροις .
1129 πυκνῇ δὲ νιφάδι πάντοθεν σποδούμενος
1130 προὔτεινε τεύχη κἀφυλάσσετ’ ἐμβολὰς
1131 ἐκεῖσε κἀκεῖσ’ ἀσπίδ’ ἐκτείνων χερί .
1132 ἀλλ’ οὐδὲν ἦνεν · ἀλλὰ πόλλ’ ὁμοῦ βέλη ,
1133 οἰστοί , μεσάγκυλ’ ἔκλυτοί τ’ ἀμφώβολοι ,
1134 σφαγῆς ἐχώρουν βουπόροι ποδῶν πάρος .
1135 δεινὰς δ’ ἂν εἶδες πυρρίχας φρουρουμένου
1136 βέλεμνα παιδός . ὡς δέ νιν περισταδὸν
1137 κύκλῳ κατεῖχον οὐ διδόντες ἀμπνοάς ,
1138 βωμοῦ κενώσας δεξίμηλον ἐσχάραν ,
1139 τὸ Τρωικὸν πήδημα πηδήσας ποδοῖν
1140 χωρεῖ πρὸς αὐτούς · οἳ δ’ ὅπως πελειάδες
1141 ἱέρακ’ ἰδοῦσαι πρὸς φυγὴν ἐνώτισαν .
1142 πολλοὶ δ’ ἔπιπτον μιγάδες ἔκ τε τραυμάτων
1143 αὐτοί θ’ ὑπ’ αὐτῶν στενοπόρους κατ’ ἐξόδους ,
1144 κραυγὴ δ’ ἐν εὐφήμοισι δύσφημος δόμοις
1145 πέτραισιν ἀντέκλαγξ’ · ἐν εὐδίᾳ δέ πως
1146 ἔστη φαεννοῖς δεσπότης στίλβων ὅπλοις ·
1147 πρὶν δή τις ἀδύτων ἐκ μέσων ἐφθέγξατο
1148 δεινόν τι καὶ φρικῶδες , ὦρσε δὲ στρατὸν
1149 στρέψας πρὸς ἀλκήν . ἔνθ’ Ἀχιλλέως πίτνει
1150 παῖς ὀξυθήκτῳ πλευρὰ φασγάνῳ τυπεὶς
1151 Δελφοῦ πρὸς ἀνδρός , ὅσπερ αὐτὸν ὤλεσε ,
1152 πολλῶν μετ’ ἄλλων · ὡς δὲ πρὸς γαῖαν πίτνει ,
1153 τίς οὐ σίδηρον προσφέρει , τίς οὐ πέτρον ,
1154 βάλλων ἀράσσων ; πᾶν δ’ ἀνήλωται δέμας
1155 τὸ καλλίμορφον τραυμάτων ὑπ’ ἀγρίων .
1156 νεκρὸν δὲ δή νιν κείμενον βωμοῦ πέλας
1157 ἐξέβαλον ἐκτὸς θυοδόκων ἀνακτόρων .
1158 ἡμεῖς δ’ ἀναρπάσαντες ὡς τάχος χεροῖν
1159 κομίζομέν νιν σοὶ κατοιμῶξαι γόοις
1160 κλαῦσαί τε , πρέσβυ , γῆς τε κοσμῆσαι τάφῳ .
1161 τοιαῦθ’ τοῖς ἄλλοισι θεσπίζων ἄναξ ,
1162 τῶν δικαίων πᾶσιν ἀνθρώποις κριτής ,
1163 δίκας διδόντα παῖδ’ ἔδρασ’ Ἀχιλλέως .
1164 ἐμνημόνευσε δ’ , ὥσπερ ἄνθρωπος κακός ,
1165 παλαιὰ νείκη · πῶς ἂν οὖν εἴη σοφός ; [ ... ]