Ἀγαμέμνων
378 βούλομαί σ’ εἰπεῖν κακῶς εὖ , βραχέα , μὴ λίαν ἄνω
379 βλέφαρα πρὸς τἀναιδὲς ἀγαγών , ἀλλὰ σωφρονεστέρως ,
380 ὡς ἀδελφὸν ὄντ’ · ἀνὴρ γὰρ χρηστὸς αἰδεῖσθαι φιλεῖ .
381 εἰπέ μοι , τί δεινὰ φυσᾷς αἱματηρὸν ὄμμ’ ἔχων ;
382 τίς ἀδικεῖ σε ; τοῦ κέχρησαι ; χρηστὰ λέκτρ’ ἐρᾷς λαβεῖν ;
383 οὐκ ἔχοιμ’ ἄν σοι παρασχεῖν · ὧν γὰρ ἐκτήσω , κακῶς
384 ἦρχες . εἶτ’ ἐγὼ δίκην δῶ σῶν κακῶν , μὴ σφαλείς ;
385 οὐ δάκνει σε τὸ φιλότιμον τοὐμόν , ἀλλ’ ἐν ἀγκάλαις
386 εὐπρεπῆ γυναῖκα χρῄζεις , τὸ λελογισμένον παρεὶς
387 καὶ τὸ καλόν , ἔχειν . πονηροῦ φωτὸς ἡδοναὶ κακαί .
388 εἰ δ’ ἐγώ , γνοὺς πρόσθεν οὐκ εὖ , μετετέθην εὐβουλίᾳ ,
389 μαίνομαι ; σὺ μᾶλλον , ὅστις ἀπολέσας κακὸν λέχος
390 ἀναλαβεῖν θέλεις , θεοῦ σοι τὴν τύχην διδόντος εὖ .
391 ὤμοσαν τὸν Τυνδάρειον ὅρκον οἱ κακόφρονες
392 φιλόγαμοι μνηστῆρες δέ γ’ Ἐλπίς , οἶμαι μέν , θεός ,
393 κἀξέπραξεν αὐτὸ μᾶλλον σὺ καὶ τὸ σὸν σθένος
394 οὓς λαβὼν στράτευε · ἕτοιμοι δ’ εἰσὶ μωρίᾳ φρενῶν .
394a οὐ γὰρ ἀσύνετον τὸ θεῖον , ἀλλ’ ἔχει συνιέναι
395 τοὺς κακῶς παγέντας ὅρκους καὶ κατηναγκασμένους .
396 τἀμὰ δ’ οὐκ ἀποκτενῶ ’γὼ τέκνα · κοὐ τὸ σὸν μὲν εὖ
397 παρὰ δίκην ἔσται κακίστης εὔνιδος τιμωρίᾳ ,
398 ἐμὲ δὲ συντήξουσι νύκτες ἡμέραι τε δακρύοις ,
399 ἄνομα δρῶντα κοὐ δίκαια παῖδας οὓς ἐγεινάμην .
400 ταῦτά σοι βραχέα λέλεκται καὶ σαφῆ καὶ ῥᾴδια ·
401 εἰ δὲ μὴ βούλῃ φρονεῖν εὖ , τἄμ’ ἐγὼ θήσω καλῶς .