Μενέλαος
414 φίλους τ’ ἐπ’ ἄλλους —
Αγγελος
ὦ Πανελλήνων ἄναξ ,
415 Ἀγάμεμνον , ἥκω παῖδά σοι τὴν σὴν ἄγων ,
416 ἣν Ἰφιγένειαν ὠνόμαζες ἐν δόμοις .
417 μήτηρ δ’ ὁμαρτεῖ , σῆς Κλυταιμήστρας δέμας ,
418 καὶ παῖς Ὀρέστης , ὥς τι τερφθείης ἰδών ,
419 χρόνον παλαιὸν δωμάτων ἔκδημος ὤν .
420 ἀλλ’ ὡς μακρὰν ἔτεινον , εὔρυτον παρὰ
421 κρήνην ἀναψύχουσι θηλύπουν βάσιν ,
422 αὐταί τε πῶλοί τ’ · ἐς δὲ λειμώνων χλόην
423 καθεῖμεν αὐτάς , ὡς βορᾶς γευσαίατο .
424 ἐγὼ δὲ πρόδρομος σῆς παρασκευῆς χάριν
425 ἥκω · πέπυσται γὰρ στρατός — ταχεῖα γὰρ
426 διῇξε φήμη — παῖδα σὴν ἀφιγμένην .
427 πᾶς δ’ ἐς θένα ὅμιλος ἔρχεται δρόμῳ ,
428 σὴν παῖδ’ ὅπως ἴδωσιν · οἱ δ’ εὐδαίμονες
429 ἐν πᾶσι κλεινοὶ καὶ περίβλεπτοι βροτοῖς .
430 λέγουσι δ’ · Ὑμέναιός τις ἢ τί πράσσεται ;
431 ἢ πόθον ἔχων θυγατρὸς Ἀγαμέμνων ἄναξ
432 ἐκόμισε παῖδα ; τῶν δ’ ἂν ἤκουσας τάδε ·
433 Ἀρτέμιδι προτελίζουσι τὴν νεάνιδα ,
434 Αὐλίδος ἀνάσσῃ . τίς νιν ἄξεταί ποτε ;
435 ἀλλ’ εἶα , τἀπὶ τοισίδ’ ἐξάρχου κανᾶ ,
436 στεφανοῦσθε κρᾶτα καὶ σύ , Μενέλεως ἄναξ ,
437 ὑμέναιον εὐτρέπιζε καὶ κατὰ στέγας
438 λωτὸς βοάσθω καὶ ποδῶν ἔστω κτύπος ·
439 φῶς γὰρ τόδ’ ἥκει μακάριον τῇ παρθένῳ .