Κλυταιμήστρα
607 ὄρνιθα μὲν τόνδ’ αἴσιον ποιούμεθα ,
608 τὸ σόν τε χρηστὸν καὶ λόγων εὐφημίαν ·
609 ἐλπίδα δ’ ἔχω τιν’ ὡς ἐπ’ ἐσθλοῖσιν γάμοις
610 πάρειμι νυμφαγωγός . ἀλλ’ ὀχημάτων
611 ἔξω πορεύεθ’ ἃς φέρω φερνὰς κόρῃ ,
612 καὶ πέμπετ’ ἐς μέλαθρον εὐλαβούμενοι .
613 σὺ δ’ , τέκνον μοι , λεῖπε πωλικοὺς ὄχους ,
614 ἁβρὸν τιθεῖσα κῶλον ἀσθενές θ’ ἅμα .
615 ὑμεῖς δέ , νεάνιδές , νιν ἀγκάλαις ἔπι
616 δέξασθε καὶ πορεύσατ’ ἐξ ὀχημάτων .
617 κἀμοὶ χερός τις ἐνδότω στηρίγματα ,
618 θάκους ἀπήνης ὡς ἂν ἐκλίπω καλῶς .
619 αἳ δ’ ἐς τὸ πρόσθεν στῆτε πωλικῶν ζυγῶν ·
620 φοβερὸν γὰρ ἀπαράμυθον ὄμμα πωλικόν ·
621 καὶ παῖδα τόνδε , τὸν Ἀγαμέμνονος γόνον ,
622 λάζυσθ’ , Ὀρέστην · ἔτι γάρ ἐστι νήπιος .
623 τέκνον , καθεύδεις πωλικῷ δαμεὶς ὄχῳ ;
624 ἔγειρ’ ἀδελφῆς ἐφ’ ὑμέναιον εὐτυχῶς ·
625 ἀνδρὸς γὰρ ἀγαθοῦ κῆδος αὐτὸς ἐσθλὸς ὢν
626 λήψῃ , κόρης Νηρῇδος ἰσόθεον γένος .
627 ἑξῆς κάθησο δεῦρό μου ποδός , τέκνον ·
628 πρὸς μητέρ’ , Ἰφιγένεια , μακαρίαν δέ με
629 ξέναισι ταῖσδε πλησία σταθεῖσα δός ,
630 καὶ δεῦρο δὴ πατέρα πρόσειπε σὸν φίλον .