Κλυταιμήστρα
900 οὐκ ἐπαιδεσθήσομαί γε προσπεσεῖν τὸ σὸν γόνυ ,
901 θνητὸς ἐκ θεᾶς γεγῶτα · τί γὰρ ἐγὼ σεμνύνομαι ;
902 ἢ τίνος σπουδαστέον μοι μᾶλλον ἢ τέκνου πέρι ;
903 ἀλλ’ ἄμυνον , ὦ θεᾶς παῖ , τῇ τ’ ἐμῇ δυσπραξίᾳ
904 τῇ τε λεχθείσῃ δάμαρτι σῇ — μάτην μέν , ἀλλ’ ὅμως .
905 σοὶ καταστέψασ’ ἐγώ νιν ἦγον ὡς γαμουμένην ,
906 νῦν δ’ ἐπὶ σφαγὰς κομίζω · σοὶ δ’ ὄνειδος ἵξεται ,
907 ὅστις οὐκ ἤμυνας · εἰ γὰρ μὴ γάμοισιν ἐζύγης ,
908 ἀλλ’ ἐκλήθης γοῦν ταλαίνης παρθένου φίλος πόσις .
909 πρὸς γενειάδος { σε } , πρός σε δεξιᾶς , πρὸς μητέρος —
910 ὄνομα γὰρ τὸ σόν μ’ ἀπώλεσ’ , ᾧ σ’ ἀμυναθεῖν χρεών —
911 οὐκ ἔχω βωμὸν καταφυγεῖν ἄλλον ἢ τὸ σὸν γόνυ ·
912 οὐδὲ φίλος οὐδεὶς γελᾷ μοι · τὰ δ’ Ἀγαμέμνονος κλύεις ,
913 ὠμὰ καὶ πάντολμ’ · ἀφῖγμαι δ’ , ὥσπερ εἰσορᾷς , γυνὴ
914 ναυτικὸν στράτευμ’ ἄναρχον κἀπὶ τοῖς κακοῖς θρασύ —
915 χρήσιμον δ’ , ὅταν θέλωσιν . ἢν δὲ τολμήσῃς σύ μου
916 χεῖρ’ ὑπερτεῖναι , σεσῴσμεθ’ · εἰ δὲ μή , οὐ σεσῴσμεθα .