Ἀχιλλεύς
919 ὑψηλόφρων μοι θυμὸς αἴρεται πρόσω ·
920 ἐπίσταμαι δὲ τοῖς κακοῖσί τ’ ἀσχαλᾶν
921 μετρίως τε χαίρειν τοῖσιν ἐξωγκωμένοις .
922 λελογισμένοι γὰρ οἱ τοιοίδ’ εἰσὶν βροτῶν
923 ὀρθῶς διαζῆν τὸν βίον γνώμης μέτα .
924 ἔστιν μὲν οὖν ἵν’ ἡδὺ μὴ λίαν φρονεῖν ,
925 ἔστιν δὲ χὥπου χρήσιμον γνώμην ἔχειν .
926 ἐγὼ δ’ , ἐν ἀνδρὸς εὐσεβεστάτου τραφεὶς
927 Χείρωνος , ἔμαθον τοὺς τρόπους ἁπλοῦς ἔχειν .
928 καὶ τοῖς Ἀτρείδαις , ἢν μὲν ἡγῶνται καλῶς ,
929 πεισόμεθ’ , ὅταν δὲ μὴ καλῶς , οὐ πείσομαι .
930 ἀλλ’ ἐνθάδ’ ἐν Τροίᾳ τ’ ἐλευθέραν φύσιν
931 παρέχων , Ἄρη τὸ κατ’ ἐμὲ κοσμήσω δορί .
932 σὲ δ’ , σχέτλια παθοῦσα πρὸς τῶν φιλτάτων ,
933 δὴ κατ’ ἄνδρα γίγνεται νεανίαν ,
934 τοσοῦτον οἶκτον περιβαλὼν καταστελῶ ,
935 κοὔποτε κόρη σὴ πρὸς πατρὸς σφαγήσεται ,
936 ἐμὴ φατισθεῖσ’ · οὐ γὰρ ἐμπλέκειν πλοκὰς
937 ἐγὼ παρέξω σῷ πόσει τοὐμὸν δέμας .
938 τοὔνομα γάρ , εἰ καὶ μὴ σίδηρον ἤρατο ,
939 τοὐμὸν φονεύσει παῖδα σήν . τὸ δ’ αἴτιον
940 πόσις σός . ἁγνὸν δ’ οὐκέτ’ ἐστὶ σῶμ’ ἐμόν ,
941 εἰ δι’ ἔμ’ ὀλεῖται διά τε τοὺς ἐμοὺς γάμους
942 δεινὰ τλᾶσα κοὐκ ἀνεκτὰ παρθένος ,
943 θαυμαστὰ δ’ ὡς ἀνάξι’ ἠτιμασμένη .
944 ἐγὼ κάκιστος ἦν ἄρ’ Ἀργείων ἀνήρ ,
945 ἐγὼ τὸ μηδέν , Μενέλεως δ’ ἐν ἀνδράσιν ,
946 ὡς οὐχὶ Πηλέως , ἀλλ’ ἀλάστορος γεγώς ,
947 εἴπερ φονεύει τοὐμὸν ὄνομα σῷ πόσει .
948 μὰ τὸν δι’ ὑγρῶν κυμάτων τεθραμμένον
949 Νηρέα , φυτουργὸν Θέτιδος μ’ ἐγείνατο ,
950 οὐχ ἅψεται σῆς θυγατρὸς Ἀγαμέμνων ἄναξ ,
951 οὐδ’ εἰς ἄκραν χεῖρ’ , ὥστε προσβαλεῖν πέπλοις ·
952 Σίπυλος ἔσται πόλις , ὅρισμα βαρβάρων ,
953 ὅθεν πεφύκασ’ οἱ στρατηλάται γένος ,
954 Φθίας δὲ τοὔνομ’ οὐδαμοῦ κεκλήσεται .
955 πικροὺς δὲ προχύτας χέρνιβάς τ’ ἀνάξεται
956 Κάλχας μάντις . τίς δὲ μάντις ἔστ’ ἀνήρ ,
957 ὃς ὀλίγ’ ἀληθῆ , πολλὰ δὲ ψευδῆ λέγει
958 τυχών , ὅταν δὲ μὴ τύχῃ , διοίχεται ;
959 οὐ τῶν γάμων ἕκατι μυρίαι κόραι
960 θηρῶσι λέκτρον τοὐμόν εἴρηται τόδε ·
961 ἀλλ’ ὕβριν ἐς ἡμᾶς ὕβρισ’ Ἀγαμέμνων ἄναξ .
962 χρῆν δ’ αὐτὸν αἰτεῖν τοὐμὸν ὄνομ’ ἐμοῦ πάρα ,
963 θήραμα παιδός · Κλυταιμήστρα δ’ ἐμοὶ
964 μάλιστ’ ἐπείσθη θυγατέρ’ ἐκδοῦναι πόσει .
965 ἔδωκά τἂν Ἕλλησιν , εἰ πρὸς Ἴλιον
966 ἐν τῷδ’ ἔκαμνε νόστος · οὐκ ἠρνούμεθ’ ἂν
967 τὸ κοινὸν αὔξειν ὧν μέτ’ ἐστρατευόμην .
968 νῦν δ’ οὐδέν εἰμι , παρὰ δὲ τοῖς στρατηλάταις
969 ἐν εὐμαρεῖ με δρᾶν τε καὶ μὴ δρᾶν κακῶς .
970 τάχ’ εἴσεται σίδηρος , ὃν πρὶν ἐς Φρύγας
971 ἐλθεῖν , { φόνου κηλῖσιν αἵματι } χρανῶ ,
972 εἴ τίς με τὴν σὴν θυγατέρ’ ἐξαιρήσεται .
973 ἀλλ’ ἡσύχαζε · θεὸς ἐγὼ πέφηνά σοι
974 μέγιστος , οὐκ ὤν · ἀλλ’ ὅμως γενήσομαι .