Ἀχιλλεύς
998 σὺ μήτε σὴν παῖδ’ ἔξαγ’ ὄψιν εἰς ἐμήν ,
999 μήτ’ εἰς ὄνειδος ἀμαθὲς ἔλθωμεν , γύναι ·
1000 στρατὸς γὰρ ἀθρόος , ἀργὸς ὢν τῶν οἴκοθεν ,
1001 λέσχας πονηρὰς καὶ κακοστόμους φιλεῖ .
1002 πάντως δέ μ’ ἱκετεύοντέ θ’ ἥξετ’ εἰς ἴσον ,
1003 εἴ τ’ ἀνικέτευτος · εἷς ἐμοὶ γάρ ἐστ’ ἀγὼν
1004 μέγιστος ὑμᾶς ἐξαπαλλάξαι κακῶν .
1005 ὡς ἕν γ’ ἀκούσασ’ ἴσθι , μὴ ψευδῶς μ’ ἐρεῖν ·
1006 ψευδῆ λέγων δὲ καὶ μάτην ἐγκερτομῶν ,
1007 θάνοιμι · μὴ θάνοιμι δ’ , ἢν σῴσω κόρην .
Κλυταιμήστρα
1008 ὄναιο συνεχῶς δυστυχοῦντας ὠφελῶν .
Ἀχιλλεύς
1009 ἄκουε δή νυν , ἵνα τὸ πρᾶγμ’ ἔχῃ καλῶς .
Κλυταιμήστρα
1010 τί τοῦτ’ ἔλεξας ; ὡς ἀκουστέον γέ σου .
Ἀχιλλεύς
1011 { πειθώμεθ’ αὖτις } πατέρα βέλτιον φρονεῖν .
Κλυταιμήστρα
1012 κακός τίς ἐστι καὶ λίαν ταρβεῖ στρατόν .
Ἀχιλλεύς
1013 ἀλλ’ οἱ λόγοι γε καταπαλαίουσιν λόγους .
Κλυταιμήστρα
1014 ψυχρὰ μὲν ἐλπίς · τι δὲ χρή με δρᾶν φράσον .