Τειρεσίας
266 ὅταν λάβῃ τις τῶν λόγων ἀνὴρ σοφὸς
267 καλὰς ἀφορμάς , οὐ μέγ’ ἔργον εὖ λέγειν ·
268 σὺ δ’ εὔτροχον μὲν γλῶσσαν ὡς φρονῶν ἔχεις ,
269 ἐν τοῖς λόγοισι δ’ οὐκ ἔνεισί σοι φρένες .
270 θράσει δὲ δυνατὸς καὶ λέγειν οἷός τ’ ἀνὴρ
271 κακὸς πολίτης γίγνεται νοῦν οὐκ ἔχων .
272 οὗτος δ’ δαίμων νέος , ὃν σὺ διαγελᾷς ,
273 οὐκ ἂν δυναίμην μέγεθος ἐξειπεῖν ὅσος
274 καθ’ Ἑλλάδ’ ἔσται . δύο γάρ , νεανία ,
275 τὰ πρῶτ’ ἐν ἀνθρώποισι · Δημήτηρ θεά
276 γῆ δ’ ἐστίν , ὄνομα δ’ ὁπότερον βούλῃ κάλει ·
277 αὕτη μὲν ἐν ξηροῖσιν ἐκτρέφει βροτούς ·
278 ὃς δ’ ἦλθ’ ἔπειτ’ , ἀντίπαλον Σεμέλης γόνος
279 βότρυος ὑγρὸν πῶμ’ ηὗρε κεἰσηνέγκατο
280 θνητοῖς , παύει τοὺς ταλαιπώρους βροτοὺς
281 λύπης , ὅταν πλησθῶσιν ἀμπέλου ῥοῆς ,
282 ὕπνον τε λήθην τῶν καθ’ ἡμέραν κακῶν
283 δίδωσιν , οὐδ’ ἔστ’ ἄλλο φάρμακον πόνων .
284 οὗτος θεοῖσι σπένδεται θεὸς γεγώς ,
285 ὥστε διὰ τοῦτον τἀγάθ’ ἀνθρώπους ἔχειν .
286 καὶ καταγελᾷς νιν , ὡς ἐνερράφη Διὸς
287 μηρῷ ; διδάξω σ’ ὡς καλῶς ἔχει τόδε .
288 ἐπεί νιν ἥρπασ’ ἐκ πυρὸς κεραυνίου
289 Ζεύς , ἐς δ’ Ὄλυμπον βρέφος ἀνήγαγεν θεόν ,
290 Ἥρα νιν ἤθελ’ ἐκβαλεῖν ἀπ’ οὐρανοῦ ·
291 Ζεὺς δ’ ἀντεμηχανήσαθ’ οἷα δὴ θεός .
292 ῥήξας μέρος τι τοῦ χθόν’ ἐγκυκλουμένου
293 αἰθέρος , ἔθηκε τόνδ’ ὅμηρον ἐκδιδούς ,
294 Διόνυσον Ἥρας νεικέων · χρόνῳ δέ νιν
295 βροτοὶ ῥαφῆναί φασιν ἐν μηρῷ Διός ,
296 ὄνομα μεταστήσαντες , ὅτι θεᾷ θεὸς
297 Ἥρᾳ ποθ’ ὡμήρευσε , συνθέντες λόγον .
298 μάντις δ’ δαίμων ὅδε · τὸ γὰρ βακχεύσιμον
299 καὶ τὸ μανιῶδες μαντικὴν πολλὴν ἔχει ·
300 ὅταν γὰρ θεὸς ἐς τὸ σῶμ’ ἔλθῃ πολύς ,
301 λέγειν τὸ μέλλον τοὺς μεμηνότας ποιεῖ .
302 Ἄρεώς τε μοῖραν μεταλαβὼν ἔχει τινά ·
303 στρατὸν γὰρ ἐν ὅπλοις ὄντα κἀπὶ τάξεσιν
304 φόβος διεπτόησε πρὶν λόγχης θιγεῖν .
305 μανία δὲ καὶ τοῦτ’ ἐστὶ Διονύσου πάρα .
306 ἔτ’ αὐτὸν ὄψῃ κἀπὶ Δελφίσιν πέτραις
307 πηδῶντα σὺν πεύκαισι δικόρυφον πλάκα ,
308 πάλλοντα καὶ σείοντα βακχεῖον κλάδον ,
309 μέγαν τ’ ἀν’ Ἑλλάδα . ἀλλ’ ἐμοί , Πενθεῦ , πιθοῦ ·
310 μὴ τὸ κράτος αὔχει δύναμιν ἀνθρώποις ἔχειν ,
311 μηδ’ , ἢν δοκῇς μέν , δὲ δόξα σου νοσῇ ,
312 φρονεῖν δόκει τι · τὸν θεὸν δ’ ἐς γῆν δέχου
313 καὶ σπένδε καὶ βάκχευε καὶ στέφου κάρα .
314 οὐχ Διόνυσος σωφρονεῖν ἀναγκάσει
315 γυναῖκας ἐς τὴν Κύπριν , ἀλλ’ ἐν τῇ φύσει
316 [ τὸ σωφρονεῖν ἔνεστιν εἰς τὰ πάντ’ ἀεί ]
317 τοῦτο σκοπεῖν χρή · καὶ γὰρ ἐν βακχεύμασιν
318 οὖσ’ γε σώφρων οὐ διαφθαρήσεται .
319 ὁρᾷς , σὺ χαίρεις , ὅταν ἐφεστῶσιν πύλαις
320 πολλοί , τὸ Πενθέως δ’ ὄνομα μεγαλύνῃ πόλις ·
321 κἀκεῖνος , οἶμαι , τέρπεται τιμώμενος .
322 ἐγὼ μὲν οὖν καὶ Κάδμος , ὃν σὺ διαγελᾷς ,
323 κισσῷ τ’ ἐρεψόμεσθα καὶ χορεύσομεν ,
324 πολιὰ ξυνωρίς , ἀλλ’ ὅμως χορευτέον ,
325 κοὐ θεομαχήσω σῶν λόγων πεισθεὶς ὕπο .
326 μαίνῃ γὰρ ὡς ἄλγιστα , κοὔτε φαρμάκοις
327 ἄκη λάβοις ἂν οὔτ’ ἄνευ τούτων νοσεῖς .