Πενθεύς
343 οὐ μὴ προσοίσεις χεῖρα , βακχεύσεις δ’ ἰών ,
344 μηδ’ ἐξομόρξῃ μωρίαν τὴν σὴν ἐμοί ;
345 τῆς σῆς { δ’ } ἀνοίας τόνδε τὸν διδάσκαλον
346 δίκην μέτειμι . στειχέτω τις ὡς τάχος ,
347 ἐλθὼν δὲ θάκους τοῦδ’ ἵν’ οἰωνοσκοπεῖ
348 μοχλοῖς τριαίνου κἀνάτρεψον ἔμπαλιν ,
349 ἄνω κάτω τὰ πάντα συγχέας ὁμοῦ ,
350 καὶ στέμματ’ ἀνέμοις καὶ θυέλλαισιν μέθες .
351 μάλιστα γάρ νιν δήξομαι δράσας τάδε .
352 οἳ δ’ ἀνὰ πόλιν στείχοντες ἐξιχνεύσατε
353 τὸν θηλύμορφον ξένον , ὃς ἐσφέρει νόσον
354 καινὴν γυναιξὶ καὶ λέχη λυμαίνεται .
355 κἄνπερ λάβητε , δέσμιον πορεύσατε
356 δεῦρ’ αὐτόν , ὡς ἂν λευσίμου δίκης τυχὼν
357 θάνῃ , πικρὰν βάκχευσιν ἐν Θήβαις ἰδών .