Πενθεύς
451 μέθεσθε χειρῶν τοῦδ’ · ἐν ἄρκυσιν γὰρ ὢν
452 οὐκ ἔστιν οὕτως ὠκὺς ὥστε μ’ ἐκφυγεῖν .
453 ἀτὰρ τὸ μὲν σῶμ’ οὐκ ἄμορφος εἶ , ξένε ,
454 ὡς ἐς γυναῖκας , ἐφ’ ὅπερ ἐς Θήβας πάρει ·
455 πλόκαμός τε γάρ σου ταναός , οὐ πάλης ὕπο ,
456 γένυν παρ’ αὐτὴν κεχυμένος , πόθου πλέως ·
457 λευκὴν δὲ χροιὰν ἐκ παρασκευῆς ἔχεις ,
458 οὐχ ἡλίου βολαῖσιν , ἀλλ’ ὑπὸ σκιᾶς ,
459 τὴν Ἀφροδίτην καλλονῇ θηρώμενος .
460 πρῶτον μὲν οὖν μοι λέξον ὅστις εἶ γένος .
Διόνυσος
461 οὐ κόμπος οὐδείς · ῥᾴδιον δ’ εἰπεῖν τόδε .
462 τὸν ἀνθεμώδη Τμῶλον οἶσθά που κλύων .
Πενθεύς
463 οἶδ’ , ὃς τὸ Σάρδεων ἄστυ περιβάλλει κύκλῳ .
Διόνυσος
464 ἐντεῦθέν εἰμι , Λυδία δέ μοι πατρίς .
Πενθεύς
465 πόθεν δὲ τελετὰς τάσδ’ ἄγεις ἐς Ἑλλάδα ;
Διόνυσος
466 Διόνυσος ἡμᾶς εἰσέβησ’ , τοῦ Διός .
Πενθεύς
467 Ζεὺς δ’ ἔστ’ ἐκεῖ τις , ὃς νέους τίκτει θεούς ;
Διόνυσος
468 οὔκ , ἀλλ’ Σεμέλην ἐνθάδε ζεύξας γάμοις .
Πενθεύς
469 πότερα δὲ νύκτωρ σ’ κατ’ ὄμμ’ ἠνάγκασεν ;
Διόνυσος
470 ὁρῶν ὁρῶντα , καὶ δίδωσιν ὄργια .
Πενθεύς
471 τὰ δ’ ὄργι’ ἐστὶ τίν’ ἰδέαν ἔχοντά σοι ;