Πενθεύς
642 πέπονθα δεινά · διαπέφευγέ μ’ ξένος ,
643 ὃς ἄρτι δεσμοῖς ἦν κατηναγκασμένος .
644 ἔα ἔα ·
645 ὅδ’ ἐστὶν ἁνήρ · τί τάδε ; πῶς προνώπιος
646 φαίνῃ πρὸς οἴκοις τοῖς ἐμοῖς , ἔξω βεβώς ;
Διόνυσος
647 στῆσον πόδ’ , ὀργῇ δ’ ὑπόθες ἥσυχον πόδα .
Πενθεύς
648 πόθεν σὺ δεσμὰ διαφυγὼν ἔξω περᾷς ;
Διόνυσος
649 οὐκ εἶπον οὐκ ἤκουσας ὅτι λύσει μέ τις ;
Πενθεύς
650 τίς ; τοὺς λόγους γὰρ ἐσφέρεις καινοὺς ἀεί .
Διόνυσος
651 ὃς τὴν πολύβοτρυν ἄμπελον φύει βροτοῖς .
Πενθεύς
[ ... ]
Διόνυσος
652 ὠνείδισας δὴ τοῦτο Διονύσῳ καλόν .
Πενθεύς
653 κλῄειν κελεύω πάντα πύργον ἐν κύκλῳ .
Διόνυσος
654 τί δ’ ; οὐχ ὑπερβαίνουσι καὶ τείχη θεοί ;
Πενθεύς
655 σοφὸς σοφὸς σύ , πλὴν δεῖ σ’ εἶναι σοφόν .
Διόνυσος
656 δεῖ μάλιστα , ταῦτ’ ἔγωγ’ ἔφυν σοφός .
657 κείνου δ’ ἀκούσας πρῶτα τοὺς λόγους μάθε ,
658 ὃς ἐξ ὄρους πάρεστιν ἀγγελῶν τί σοι ·
659 ἡμεῖς δέ σοι μενοῦμεν , οὐ φευξούμεθα .
Ἄγγελος
660 Πενθεῦ κρατύνων τῆσδε Θηβαίας χθονός ,
661 ἥκω Κιθαιρῶν’ ἐκλιπών , ἵν’ οὔποτε
662 λευκῆς χιόνος ἀνεῖσαν εὐαγεῖς βολαί .
Πενθεύς
663 ἥκεις δὲ ποίαν προστιθεὶς σπουδὴν λόγου ;