Ἄγγελος
1043 ἐπεὶ θεράπνας τῆσδε Θηβαίας χθονὸς
1044 λιπόντες ἐξέβημεν Ἀσωποῦ ῥοάς ,
1045 λέπας Κιθαιρώνειον εἰσεβάλλομεν
1046 Πενθεύς τε κἀγώ δεσπότῃ γὰρ εἱπόμην
1047 ξένος θ’ ὃς ἡμῖν πομπὸς ἦν θεωρίας .
1048 πρῶτον μὲν οὖν ποιηρὸν ἵζομεν νάπος ,
1049 τά τ’ ἐκ ποδῶν σιγηλὰ καὶ γλώσσης ἄπο
1050 σῴζοντες , ὡς ὁρῷμεν οὐχ ὁρώμενοι .
1051 ἦν δ’ ἄγκος ἀμφίκρημνον , ὕδασι διάβροχον ,
1052 πεύκαισι συσκιάζον , ἔνθα μαινάδες
1053 καθῆντ’ ἔχουσαι χεῖρας ἐν τερπνοῖς πόνοις .
1054 αἳ μὲν γὰρ αὐτῶν θύρσον ἐκλελοιπότα
1055 κισσῷ κομήτην αὖθις ἐξανέστεφον ,
1056 αἳ δ’ , ἐκλιποῦσαι ποικίλ’ ὡς πῶλοι ζυγά ,
1057 βακχεῖον ἀντέκλαζον ἀλλήλαις μέλος .
1058 Πενθεὺς δ’ τλήμων θῆλυν οὐχ ὁρῶν ὄχλον
1059 ἔλεξε τοιάδ’ · ξέν’ , οὗ μὲν ἕσταμεν ,
1060 οὐκ ἐξικνοῦμαι μαινάδων ὄσσοις νόθων ·
1061 ὄχθων δ’ ἔπ’ , ἀμβὰς ἐς ἐλάτην ὑψαύχενα ,
1062 ἴδοιμ’ ἂν ὀρθῶς μαινάδων αἰσχρουργίαν .
1063 τοὐντεῦθεν ἤδη τοῦ ξένου { τὸ } θαῦμ’ ὁρῶ ·
1064 λαβὼν γὰρ ἐλάτης οὐράνιον ἄκρον κλάδον
1065 κατῆγεν , ἦγεν , ἦγεν ἐς μέλαν πέδον ·
1066 κυκλοῦτο δ’ ὥστε τόξον κυρτὸς τροχὸς
1067 τόρνῳ γραφόμενος περιφορὰν ἕλκει δρόμον ·
1068 ὣς κλῶν’ ὄρειον ξένος χεροῖν ἄγων
1069 ἔκαμπτεν ἐς γῆν , ἔργματ’ οὐχὶ θνητὰ δρῶν .
1070 Πενθέα δ’ ἱδρύσας ἐλατίνων ὄζων ἔπι ,
1071 ὀρθὸν μεθίει διὰ χερῶν βλάστημ’ ἄνω
1072 ἀτρέμα , φυλάσσων μὴ ἀναχαιτίσειέ νιν ,
1073 ὀρθὴ δ’ ἐς ὀρθὸν αἰθέρ’ ἐστηρίζετο ,
1074 ἔχουσα νώτοις δεσπότην ἐφήμενον ·
1075 ὤφθη δὲ μᾶλλον κατεῖδε μαινάδας .
1076 ὅσον γὰρ οὔπω δῆλος ἦν θάσσων ἄνω ,
1077 καὶ τὸν ξένον μὲν οὐκέτ’ εἰσορᾶν παρῆν ,
1078 ἐκ δ’ αἰθέρος φωνή τις , ὡς μὲν εἰκάσαι
1079 Διόνυσος , ἀνεβόησεν · νεάνιδες ,
1080 ἄγω τὸν ὑμᾶς κἀμὲ τἀμά τ’ ὄργια
1081 γέλων τιθέμενον · ἀλλὰ τιμωρεῖσθέ νιν .
1082 καὶ ταῦθ’ ἅμ’ ἠγόρευε καὶ πρὸς οὐρανὸν
1083 καὶ γαῖαν ἐστήριξε φῶς σεμνοῦ πυρός .
1084 σίγησε δ’ αἰθήρ , σῖγα δ’ ὕλιμος νάπη
1085 φύλλ’ εἶχε , θηρῶν δ’ οὐκ ἂν ἤκουσας βοήν .
1086 αἳ δ’ ὠσὶν ἠχὴν οὐ σαφῶς δεδεγμέναι
1087 ἔστησαν ὀρθαὶ καὶ διήνεγκαν κόρας .
1088 δ’ αὖθις ἐπεκέλευσεν · ὡς δ’ ἐγνώρισαν
1089 σαφῆ κελευσμὸν Βακχίου Κάδμου κόραι ,
1090 ᾖξαν πελείας ὠκύτητ’ οὐχ ἥσσονες
1091 ποδῶν τρέχουσαι συντόνοις δραμήμασι ,
1092 μήτηρ Ἀγαύη σύγγονοί θ’ ὁμόσποροι
1093 πᾶσαί τε βάκχαι · διὰ δὲ χειμάρρου νάπης
1094 ἀγμῶν τ’ ἐπήδων θεοῦ πνοαῖσιν ἐμμανεῖς .
1095 ὡς δ’ εἶδον ἐλάτῃ δεσπότην ἐφήμενον ,
1096 πρῶτον μὲν αὐτοῦ χερμάδας κραταιβόλους
1097 ἔρριπτον , ἀντίπυργον ἐπιβᾶσαι πέτραν ,
1098 ὄζοισί τ’ ἐλατίνοισιν ἠκοντίζετο .
1099 ἄλλαι δὲ θύρσους ἵεσαν δι’ αἰθέρος
1100 Πενθέως , στόχον δύστηνον · ἀλλ’ οὐκ ἤνυτον .
1101 κρεῖσσον γὰρ ὕψος τῆς προθυμίας ἔχων
1102 καθῆσθ’ τλήμων , ἀπορίᾳ λελημμένος .
1103 τέλος δὲ δρυΐνους συγκεραυνοῦσαι κλάδους
1104 ῥίζας ἀνεσπάρασσον ἀσιδήροις μοχλοῖς .
1105 ἐπεὶ δὲ μόχθων τέρματ’ οὐκ ἐξήνυτον ,
1106 ἔλεξ’ Ἀγαύη · Φέρε , περιστᾶσαι κύκλῳ
1107 πτόρθου λάβεσθε , μαινάδες , τὸν ἀμβάτην
1108 θῆρ’ ὡς ἕλωμεν , μηδ’ ἀπαγγείλῃ θεοῦ
1109 χοροὺς κρυφαίους . αἳ δὲ μυρίαν χέρα
1110 προσέθεσαν ἐλάτῃ κἀξανέσπασαν χθονός ·
1111 ὑψοῦ δὲ θάσσων ὑψόθεν χαμαιριφὴς
1112 πίπτει πρὸς οὖδας μυρίοις οἰμώγμασιν
1113 Πενθεύς · κακοῦ γὰρ ἐγγὺς ὢν ἐμάνθανεν .
1114 πρώτη δὲ μήτηρ ἦρξεν ἱερέα φόνου
1115 καὶ προσπίτνει νιν · δὲ μίτραν κόμης ἄπο
1116 ἔρριψεν , ὥς νιν γνωρίσασα μὴ κτάνοι
1117 τλήμων Ἀγαύη , καὶ λέγει , παρηίδος
1118 ψαύων · Ἐγώ τοι , μῆτερ , εἰμί , παῖς σέθεν
1119 Πενθεύς , ὃν ἔτεκες ἐν δόμοις Ἐχίονος ·
1120 οἴκτιρε δ’ μῆτέρ με , μηδὲ ταῖς ἐμαῖς
1121 ἁμαρτίαισι παῖδα σὸν κατακτάνῃς .
1122 δ’ ἀφρὸν ἐξιεῖσα καὶ διαστρόφους
1123 κόρας ἑλίσσουσ’ , οὐ φρονοῦσ’ χρὴ φρονεῖν ,
1124 ἐκ Βακχίου κατείχετ’ , οὐδ’ ἔπειθέ νιν .
1125 λαβοῦσα δ’ ὠλένης ἀριστερὰν χέρα ,
1126 πλευραῖσιν ἀντιβᾶσα τοῦ δυσδαίμονος
1127 ἀπεσπάραξεν ὦμον , οὐχ ὑπὸ σθένους ,
1128 ἀλλ’ θεὸς εὐμάρειαν ἐπεδίδου χεροῖν ·
1129 Ἰνὼ δὲ τἀπὶ θάτερ’ ἐξειργάζετο ,
1130 ῥηγνῦσα σάρκας , Αὐτονόη τ’ ὄχλος τε πᾶς
1131 ἐπεῖχε βακχῶν · ἦν δὲ πᾶσ’ ὁμοῦ βοή ,
1132 μὲν στενάζων ὅσον ἐτύγχαν’ ἐμπνέων ,
1133 αἳ δ’ ἠλάλαζον . ἔφερε δ’ μὲν ὠλένην ,
1134 δ’ ἴχνος αὐταῖς ἀρβύλαις · γυμνοῦντο δὲ
1135 πλευραὶ σπαραγμοῖς · πᾶσα δ’ ᾑματωμένη
1136 χεῖρας διεσφαίριζε σάρκα Πενθέως .
1137 κεῖται δὲ χωρὶς σῶμα , τὸ μὲν ὑπὸ στύφλοις
1138 πέτραις , τὸ δ’ ὕλης ἐν βαθυξύλῳ φόβῃ ,
1139 οὐ ῥᾴδιον ζήτημα · κρᾶτα δ’ ἄθλιον ,
1140 ὅπερ λαβοῦσα τυγχάνει μήτηρ χεροῖν ,
1141 πήξασ’ ἐπ’ ἄκρον θύρσον ὡς ὀρεστέρου
1142 φέρει λέοντος διὰ Κιθαιρῶνος μέσου ,
1143 λιποῦσ’ ἀδελφὰς ἐν χοροῖσι μαινάδων .
1144 χωρεῖ δὲ θήρᾳ δυσπότμῳ γαυρουμένη
1145 τειχέων ἔσω τῶνδ’ , ἀνακαλοῦσα Βάκχιον
1146 τὸν ξυγκύναγον , τὸν ξυνεργάτην ἄγρας ,
1147 τὸν καλλίνικον , δάκρυα νικηφορεῖ .
1148 ἐγὼ μὲν οὖν { τῇδ’ } ἐκποδὼν τῇ ξυμφορᾷ
1149 ἄπειμ’ , Ἀγαύην πρὶν μολεῖν πρὸς δώματα .
1150 τὸ σωφρονεῖν δὲ καὶ σέβειν τὰ τῶν θεῶν
1151 κάλλιστον · οἶμαι δ’ αὐτὸ καὶ σοφώτατον
1152 θνητοῖσιν εἶναι κτῆμα τοῖσι χρωμένοις .