Κάδμος
1302 ὑμῖν ἐγένεθ’ ὅμοιος , οὐ σέβων θεόν .
1303 τοιγὰρ συνῆψε πάντας ἐς μίαν βλάβην ,
1304 ὑμᾶς τε τόνδε θ’ , ὥστε διολέσαι δόμους
1305 κἄμ’ , ὅστις ἄτεκνος ἀρσένων παίδων γεγὼς
1306 τῆς σῆς τόδ’ ἔρνος , τάλαινα , νηδύος
1307 αἴσχιστα καὶ κάκιστα κατθανόνθ’ ὁρῶ ,
1308 δῶμ’ ἀνέβλεφ’ ὃς συνεῖχες , τέκνον ,
1309 τοὐμὸν μέλαθρον , παιδὸς ἐξ ἐμῆς γεγώς ,
1310 πόλει τε τάρβος ἦσθα · τὸν γέροντα δὲ
1311 οὐδεὶς ὑβρίζειν ἤθελ’ εἰσορῶν τὸ σὸν
1312 κάρα · δίκην γὰρ ἀξίαν ἐλάμβανες .
1313 νῦν δ’ ἐκ δόμων ἄτιμος ἐκβεβλήσομαι
1314 Κάδμος μέγας , ὃς τὸ Θηβαίων γένος
1315 ἔσπειρα κἀξήμησα κάλλιστον θέρος .
1316 φίλτατ’ ἀνδρῶν καὶ γὰρ οὐκέτ’ ὢν ὅμως
1317 τῶν φιλτάτων ἔμοιγ’ ἀριθμήσῃ , τέκνον
1318 οὐκέτι γενείου τοῦδε θιγγάνων χερί ,
1319 τὸν { μητρὸς } αὐδῶν { πατέρα } προσπτύξῃ , τέκνον ,
1320 λέγων · Τίς ἀδικεῖ , τίς σ’ ἀτιμάζει , γέρον ;
1321 τίς σὴν ταράσσει καρδίαν λυπηρὸς ὤν ;
1322 λέγ’ , ὡς κολάζω τὸν ἀδικοῦντά σ’ , πάτερ .
1323 νῦν δ’ ἄθλιος μέν εἰμ’ ἐγώ , τλήμων δὲ σύ .
1324 οἰκτρὰ δὲ μήτηρ , τλήμονες δὲ σύγγονοι .
1325 εἰ δ’ ἔστιν ὅστις δαιμόνων ὑπερφρονεῖ ,
1326 ἐς τοῦδ’ ἀθρήσας θάνατον ἡγείσθω θεούς .