Ἀγαύη
1350 αἰαῖ , δέδοκται , πρέσβυ , τλήμονες φυγαί .
Διόνυσος
1351 τί δῆτα μέλλεθ’ ἅπερ ἀναγκαίως ἔχει ;
Κάδμος
1352 τέκνον , ὡς ἐς δεινὸν ἤλθομεν κακὸν
1353 { πάντες , } σύ θ’ τάλαινα σύγγονοί τε σαί ,
1354 ἐγώ θ’ τλήμων · βαρβάρους ἀφίξομαι
1355 γέρων μέτοικος · ἔτι δέ μοι τὸ θέσφατον
1356 ἐς Ἑλλάδ’ ἀγαγεῖν μιγάδα βάρβαρον στρατόν .
1357 καὶ τὴν Ἄρεως παῖδ’ Ἁρμονίαν , δάμαρτ’ ἐμήν ,
1358 δράκων δρακαίνης { φύσιν } ἔχουσαν ἀγρίαν
1359 ἄξω ’πὶ βωμοὺς καὶ τάφους Ἑλληνικούς ,
1360 ἡγούμενος λόγχαισιν · οὐδὲ παύσομαι
1361 κακῶν τλήμων , οὐδὲ τὸν καταιβάτην
1362 Ἀχέροντα πλεύσας ἥσυχος γενήσομαι .
Ἀγαύη
1363 πάτερ , ἐγὼ δὲ σοῦ στερεῖσα φεύξομαι .
Κάδμος
1364 τί μ’ ἀμφιβάλλεις χερσίν , τάλαινα παῖ ,
1365 ὄρνις ὅπως κηφῆνα πολιόχρων κύκνος ;
Ἀγαύη
1366 ποῖ γὰρ τράπωμαι πατρίδος ἐκβεβλημένη ;
Κάδμος
1367 οὐκ οἶδα , τέκνον · μικρὸς ἐπίκουρος πατήρ .
Ἀγαύη
1368 χαῖρ’ , μέλαθρον , χαῖρ’ , πατρία
1369 πόλις · ἐκλείπω σ’ ἐπὶ δυστυχίᾳ
1370 φυγὰς ἐκ θαλάμων .