Κύκλωψ
316 πλοῦτος , ἀνθρωπίσκε , τοῖς σοφοῖς θεός ,
317 τὰ δ’ ἄλλα κόμποι καὶ λόγων εὐμορφίαι .
318 ἄκρας δ’ ἐναλίας ἃς καθίδρυται πατὴρ
319 χαίρειν κελεύω · τί τάδε προυστήσω λόγῳ ;
320 Ζηνὸς δ’ ἐγὼ κεραυνὸν οὐ φρίσσω , ξένε ,
321 οὐδ’ οἶδ’ τι Ζεύς ἐστ’ ἐμοῦ κρείσσων θεός .
322 οὔ μοι μέλει τὸ λοιπόν · ὡς δ’ οὔ μοι μέλει ,
323 ἄκουσον . ὅταν ἄνωθεν ὄμβρον ἐκχέῃ ,
324 ἐν τῇδε πέτρᾳ στέγν’ ἔχων σκηνώματα ,
325 μόσχον ὀπτὸν τι θήρειον δάκος
326 δαινύμενος , εὖ τέγγων τε γαστέρ’ ὑπτίαν ,
327 ἐπεκπιὼν γάλακτος ἀμφορέα , πέπλον
328 κρούω , Διὸς βρονταῖσιν εἰς ἔριν κτυπῶν .
329 ὅταν δὲ βορέας χιόνα Θρῄκιος χέῃ ,
330 δοραῖσι θηρῶν σῶμα περιβαλὼν ἐμὸν
331 καὶ πῦρ ἀναίθων χιόνος οὐδέν μοι μέλει .
332 γῆ δ’ ἀνάγκῃ , κἂν θέλῃ κἂν μὴ θέλῃ ,
333 τίκτουσα ποίαν τἀμὰ πιαίνει βοτά .
334 ἁγὼ οὔτινι θύω πλὴν ἐμοί , θεοῖσι δ’ οὔ ,
335 καὶ τῇ μεγίστῃ , γαστρὶ τῇδε , δαιμόνων .
336 ὡς τοὐμπιεῖν γε κὰμφαγεῖν τοὐφ’ ἡμέραν
337 Ζεὺς οὗτος ἀνθρώποισι τοῖσι σώφροσιν ,
338 λυπεῖν δὲ μηδὲν αὑτόν . οἳ δὲ τοὺς νόμους
339 ἔθεντο ποικίλλοντες ἀνθρώπων βίον ,
340 κλαίειν ἄνωγα · τὴν { δ’ } ἐμὴν ψυχὴν ἐγὼ
341 οὐ παύσομαι δρῶν εὖ κατεσθίων τε σέ .
342 ξένιά τε λήψῃ τοιάδ’ , ὡς ἄμεμπτος ,
343 πῦρ καὶ πατρῷον τόνδε λέβητά γ’ , ὃς ζέσας
344 σὴν σάρκα διαφόρητον ἀμφέξει καλῶς .
345 ἀλλ’ ἕρπετ’ εἴσω , τῷ κατ’ αὔλιον θεῷ
346 ἵν’ ἀμφὶ βωμὸν στάντες εὐωχῆτέ με .