Χορός
643 ὁτιὴ τὸ νῶτον τὴν ῥάχιν τ’ οἰκτίρομεν
644 καὶ τοὺς ὀδόντας ἐκβαλεῖν οὐ βούλομαι
645 τυπτόμενος , αὕτη γίγνεται πονηρία ;
646 ἀλλ’ οἶδ’ ἐπῳδὴν Ὀρφέως ἀγαθὴν πάνυ ,
647 ὡς αὐτόματον τὸν δαλὸν ἐς τὸ κρανίον
648 στείχονθ’ ὑφάπτειν τὸν μονῶπα παῖδα γῆς .
Ὀδυσσεύς
649 πάλαι μὲν ᾔδη σ’ ὄντα τοιοῦτον φύσει ,
650 νῦν δ’ οἶδ’ ἄμεινον . τοῖσι δ’ οἰκείοις φίλοις
651 χρῆσθαί μ’ ἀνάγκη . χειρὶ δ’ εἰ μηδὲν σθένεις ,
652 ἀλλ’ οὖν ἐπεγκέλευέ γ’ , ὡς εὐψυχίαν
653 φίλων κελευσμοῖς τοῖσι σοῖς κτησώμεθα .
Χορός
654 δράσω τάδ’ . ἐν τῷ Καρὶ κινδυνεύσομεν .
655 κελευσμάτων δ’ ἕκατι τυφέσθω Κύκλωψ . [ ... ]
656 ἰὼ ἰώ · γενναιότατ’ ὠθεῖτε
657 σπεύδετ’ . ἐκκαίετε τὰν ὀφρὺν
658 θηρὸς τοῦ ξενοδαίτα
659 τυφέτω , καιέτω
660 τὸν Αἴτνας μηλονόμον .
661 τόρνευ’ , ἕλκε , μή σ’ ἐξοδυνηθεὶς
662 δράσῃ τι μάταιον .
Κύκλωψ
663 ὤμοι , κατηνθρακώμεθ’ ὀφθαλμοῦ σέλας .
Χορός
664 καλός γ’ παιάν · μέλπε μοι τόνδ’ , Κύκλωψ .