Ἄγγελος
774 ἐπεὶ μελάθρων τῶνδ’ ἀπήραμεν πόδα ,
775 ἐσβάντες ᾖμεν δίκροτον εἰς ἁμαξιτὸν
776 ἔνθ’ ἦν κλεινὸς τῶν Μυκηναίων ἄναξ .
777 κυρεῖ δὲ κήποις ἐν καταρρύτοις βεβώς ,
778 δρέπων τερείνης μυρσίνης κάρᾳ πλόκους ·
779 ἰδών τ’ ἀυτεῖ · Χαίρετ’ , ξένοι · τίνες
780 πόθεν πορεύεσθ’ ; ἔστε τ’ ἐκ ποίας χθονός ;
781 δ’ εἶπ’ Ὀρέστης · Θεσσαλοί · πρὸς δ’ Ἀλφεὸν
782 θύσοντες ἐρχόμεσθ’ Ὀλυμπίῳ Διί .
783 κλύων δὲ ταῦτ’ Αἴγισθος ἐννέπει τάδε ·
784 νῦν μὲν παρ’ ἡμῖν χρὴ συνεστίους ἐμοὶ
785 θοίνης γενέσθαι · τυγχάνω δὲ βουθυτῶν
786 νύμφαις · ἑῷοι δ’ ἐξαναστάντες λέχους
787 ἐς ταὐτὸν ἥξετ’ . ἀλλ’ ἴωμεν ἐς δόμους
788 καὶ ταῦθ’ ἅμ’ ἠγόρευε καὶ χερὸς λαβὼν
789 παρῆγεν ἡμᾶς οὐδ’ ἀπαρνεῖσθαι χρεών ·
790 [ ἐπεὶ δ’ ἐν οἴκοις ἦμεν , ἐννέπει τάδε · ]
791 λούτρ’ ὡς τάχιστα τοῖς ξένοις τις αἰρέτω ,
792 ὡς ἀμφὶ βωμὸν στῶσι χερνίβων πέλας .
793 ἀλλ’ εἶπ’ Ὀρέστης · Ἀρτίως ἡγνίσμεθα
794 λουτροῖσι καθαροῖς ποταμίων ῥείθρων ἄπο .
795 εἰ δὲ ξένους ἀστοῖσι συνθύειν χρεών ,
796 Αἴγισθ’ , ἕτοιμοι κοὐκ ἀπαρνούμεσθ’ , ἄναξ .
797 τοῦτον μὲν οὖν μεθεῖσαν ἐκ μέσου λόγον ·
798 λόγχας δὲ θέντες δεσπότου φρουρήματα
799 δμῶες πρὸς ἔργον πάντες ἵεσαν χέρας ·
800 οἳ μὲν σφαγεῖον ἔφερον , οἳ δ’ ᾖρον κανᾶ ,
801 ἄλλοι δὲ πῦρ ἀνῆπτον ἀμφί τ’ ἐσχάρας
802 λέβητας ὤρθουν · πᾶσα δ’ ἐκτύπει στέγη .
803 λαβὼν δὲ προχύτας μητρὸς εὐνέτης σέθεν
804 ἔβαλλε βωμούς , τοιάδ’ ἐννέπων ἔπη ·
805 νύμφαι πετραῖαι , πολλάκις με βουθυτεῖν
806 καὶ τὴν κατ’ οἴκους Τυνδαρίδα δάμαρτ’ ἐμὴν
807 πράσσοντας ὡς νῦν , τοὺς δ’ ἐμοὺς ἐχθροὺς κακῶς
808 λέγων Ὀρέστην καὶ σέ . δεσπότης δ’ ἐμὸς
809 τἀναντί’ ηὔχετ’ , οὐ γεγωνίσκων λόγους ,
810 λαβεῖν πατρῷα δώματ’ . ἐκ κανοῦ δ’ ἑλὼν
811 Αἴγισθος ὀρθὴν σφαγίδα , μοσχείαν τρίχα
812 τεμὼν ἐφ’ ἁγνὸν πῦρ ἔθηκε δεξιᾷ ,
813 κἄσφαξ’ ἐπ’ ὤμων μόσχον ὡς ἦραν χεροῖν
814 δμῶες , λέγει δὲ σῷ κασιγνήτῳ τάδε ·
815 Ἐκ τῶν καλῶν κομποῦσι τοῖσι Θεσσαλοῖς
816 εἶναι τόδ’ , ὅστις ταῦρον ἀρταμεῖ καλῶς
817 ἵππους τ’ ὀχμάζει · λαβὲ σίδηρον , ξένε ,
818 δεῖξόν τε φήμην ἔτυμον ἀμφὶ Θεσσαλῶν .
819 δ’ εὐκρότητον Δωρίδ’ ἁρπάσας χεροῖν ,
820 ῥίψας ἀπ’ ὤμων εὐπρεπῆ πορπάματα ,
821 Πυλάδην μὲν εἵλετ’ ἐν πόνοις ὑπηρέτην ,
822 δμῶας δ’ ἀπωθεῖ · καὶ λαβὼν μόσχου πόδα ,
823 λευκὰς ἐγύμνου σάρκας ἐκτείνων χέρα ·
824 θᾶσσον δὲ βύρσαν ἐξέδειρεν δρομεὺς
825 δισσοὺς διαύλους ἱππίους διήνυσε ,
826 κἀνεῖτο λαγόνας . ἱερὰ δ’ ἐς χεῖρας λαβὼν
827 Αἴγισθος ἤθρει . καὶ λοβὸς μὲν οὐ προσῆν
828 σπλάγχνοις , πύλαι δὲ καὶ δοχαὶ χολῆς πέλας
829 κακὰς ἔφαινον τῷ σκοποῦντι προσβολάς .
830 χὣ μὲν σκυθράζει , δεσπότης δ’ ἀνιστορεῖ ·
831 τί χρῆμ’ ἀθυμεῖς ; ξέν’ , ὀρρωδῶ τινα
832 δόλον θυραῖον . ἔστι δ’ ἔχθιστος βροτῶν
833 Ἀγαμέμνονος παῖς πολέμιός τ’ ἐμοῖς δόμοις ·
834 δ’ εἶπε · φυγάδος δῆτα δειμαίνεις δόλον ,
835 πόλεως ἀνάσσων ; οὐχ , ὅπως παστήρια
836 θοινασόμεσθα , Φθιάδ’ ἀντὶ Δωρικῆς
837 οἴσει τις ἡμῖν κοπίδ’ , ἀπορρήξω χέλυν ;
838 λαβὼν δὲ κόπτει . σπλάγχνα δ’ Αἴγισθος λαβὼν
839 ἤθρει διαιρῶν . τοῦ δὲ νεύοντος κάτω
840 ὄνυχας ἐπ’ ἄκρους στὰς κασίγνητος σέθεν
841 ἐς σφονδύλους ἔπαισε , νωτιαῖα δὲ
842 ἔρρηξεν ἄρθρα · πᾶν δὲ σῶμ’ ἄνω κάτω
843 ἤσπαιρεν ἠλάλαζε δυσθνῄσκων φόνῳ .
844 δμῶες δ’ ἰδόντες εὐθὺς ᾖξαν ἐς δόρυ ,
845 πολλοὶ μάχεσθαι πρὸς δύ’ · ἀνδρείας δ’ ὕπο
846 ἔστησαν ἀντίπρῳρα σείοντες βέλη
847 Πυλάδης Ὀρέστης τ’ . εἶπε δ’ · οὐχὶ δυσμενὴς
848 ἥκω πόλει τῇδ’ οὐδ’ ἐμοῖς ὀπάοσιν ,
849 φονέα δὲ πατρὸς ἀντετιμωρησάμην
850 τλήμων Ὀρέστης · ἀλλὰ μή με καίνετε ,
851 πατρὸς παλαιοὶ δμῶες . οἳ δ’ , ἐπεὶ λόγων
852 ἤκουσαν , ἔσχον κάμακας · ἐγνώσθη δ’ ὑπὸ
853 γέροντος ἐν δόμοισιν ἀρχαίου τινός .
854 στέφουσι δ’ εὐθὺς σοῦ κασιγνήτου κάρα
855 χαίροντες ἀλαλάζοντες . ἔρχεται δὲ σοὶ
856 κάρα ’πιδείξων οὐχὶ Γοργόνος φέρων ,
857 ἀλλ’ ὃν στυγεῖς Αἴγισθον · αἷμα δ’ αἵματος
858 πικρὸς δανεισμὸς ἦλθε τῷ θανόντι νῦν .