Ἑκάβη
59 ἄγετ’ , παῖδες , τὴν γραῦν πρὸ δόμων ,
60 ἄγετ’ ὀρθοῦσαι τὴν ὁμόδουλον ,
61 Τρῳάδες , ὑμῖν , πρόσθε δ’ ἄνασσαν ·
62 λάβετε φέρετε πέμπετ’ ἀείρετέ μου
63 γεραιᾶς χειρὸς προσλαζύμεναι ·
65 κἀγὼ σκολιῷ σκίπωνι χερὸς
66 διερειδομένα σπεύσω βραδύπουν
67 ἤλυσιν ἄρθρων προτιθεῖσα .
68 στεροπὰ Διός , σκοτία νύξ ,
69 τί ποτ’ αἴρομαι ἔννυχος οὕτω
70 δείμασι , φάσμασιν ; πότνια Χθών ,
71 μελανοπτερύγων μῆτερ ὀνείρων ,
72 ἀποπέμπομαι ἔννυχον ὄψιν ,
73 ἣν περὶ παιδὸς ἐμοῦ τοῦ σῳζομένου κατὰ Θρῄκην
75 ἀμφὶ Πολυξείνης τε φίλης θυγατρὸς δι’ ὀνείρων
76 [ εἶδον γὰρ ] φοβερὰν [ ὄψιν ἔμαθον ] ἐδάην .
77 χθόνιοι θεοί , σώσατε παῖδ’ ἐμόν ,
80 ὃς μόνος οἴκων ἄγκυρ’ ἔτ’ ἐμῶν
81 τὴν χιονώδη Θρῄκην κατέχει
82 ξείνου πατρίου φυλακαῖσιν .
83 ἔσται τι νέον ·
84 ἥξει τι μέλος γοερὸν γοεραῖς .
85 οὔποτ’ ἐμὰ φρὴν ὧδ’ ἀλίαστος
86 φρίσσει , ταρβεῖ .
87 ποῦ ποτε θείαν Ἑλένου ψυχὰν
88 καὶ Κασάνδραν ἐσίδω , Τρῳάδες ,
89 ὥς μοι κρίνωσιν ὀνείρους ;
90 εἶδον γὰρ βαλιὰν ἔλαφον λύκου αἵμονι χαλᾷ
91 σφαζομέναν , ἀπ’ ἐμῶν γονάτων σπασθεῖσαν ἀνοίκτως .
92 καὶ τόδε δεῖμά μοι · ἦλθ’ ὑπὲρ ἄκρας
93 τύμβου κορυφᾶς
94 φάντασμ’ Ἀχιλέως · ᾔτει δὲ γέρας
95 τῶν πολυμόχθων τινὰ Τρωιάδων .
96 ἀπ’ ἐμᾶς ἀπ’ ἐμᾶς οὖν τόδε παιδὸς
97 πέμψατε , δαίμονες , ἱκετεύω . [ ... ]