Ἑκάβη
154 οἲ ἐγὼ μελέα , τί ποτ’ ἀπύσω ;
155 ποίαν ἀχώ , ποῖον ὀδυρμόν ,
156 δειλαία δειλαίου γήρως ,
157 δουλείας [ τᾶς ] οὐ τλατᾶς ,
158 [ τᾶς ] οὐ φερτᾶς ; οἴμοι .
159 τίς ἀμύνει μοι ; ποία γέννα ,
160 ποία δὲ πόλις ; φροῦδος πρέσβυς ,
161 φροῦδοι παῖδες .
162 ποίαν ταύταν κείναν
163 στείχω ; { ποῖ δ’ ἥσω ; } ποῦ τις θεῶν
164 { δαιμόνων } ἐπαρωγός ;
165 κάκ’ ἐνεγκοῦσαι ,
166 Τρῳάδες κάκ’ ἐνεγκοῦσαι
167 πήματ’ , ἀπωλέσατ’ ὠλέσατ’ · οὐκέτι μοι βίος
168 ἀγαστὸς ἐν φάει .
169 τλάμων ἅγησαί μοι πούς ,
170 ἅγησαι τᾷ γηραιᾷ
171 πρὸς τάνδ’ αὐλάν · τέκνον , παῖ ,
172 δυστανοτάτας [ ματέρος ] ἔξελθ’ ἔξελθ’
174 οἴκων ἄιε ματέρος αὐδάν .
175 [ τέκνον ὡς εἰδῇς οἵαν οἵαν ]
176 [ ἀίω φάμαν περὶ σᾶς ψυχᾶς . ] [ ... ]
Πολυξένη
177 ἰώ ·
μᾶτερ μᾶτερ τί βοᾷς ; τί νέον
178 καρύξασ’ οἴκων μ’ ὥστ’ ὄρνιν
179 θάμβει τῷδ’ ἐξέπταξας ;
Ἑκάβη
180 οἴμοι τέκνον .
Πολυξένη
181 τί με δυσφημεῖς ; φροίμιά μοι κακά .