Ταλθύβιος
484 ποῦ τὴν ἄνασσαν δή ποτ’ οὖσαν Ἰλίου
485 Ἑκάβην ἂν ἐξεύροιμι , Τρῳάδες κόραι ;
Χορός
486 αὕτη πέλας σου νῶτ’ ἔχουσ’ ἐπὶ χθονί ,
487 Ταλθύβιε , κεῖται ξυγκεκλῃμένη πέπλοις .
Ταλθύβιος
488 Ζεῦ , τί λέξω ; πότερά σ’ ἀνθρώπους ὁρᾶν ;
489 δόξαν ἄλλως τήνδε κεκτῆσθαι μάτην ,
490 [ ψευδῆ , δοκοῦντας δαιμόνων εἶναι γένος ]
491 τύχην δὲ πάντα τἀν βροτοῖς ἐπισκοπεῖν ;
492 οὐχ ἥδ’ ἄνασσα τῶν πολυχρύσων Φρυγῶν ,
493 οὐχ ἥδε Πριάμου τοῦ μέγ’ ὀλβίου δάμαρ ;
494 καὶ νῦν πόλις μὲν πᾶσ’ ἀνέστηκεν δορί ,
495 αὐτὴ δὲ δούλη γραῦς ἄπαις ἐπὶ χθονὶ
496 κεῖται , κόνει φύρουσα δύστηνον κάρα .
497 φεῦ φεῦ · γέρων μέν εἰμ’ , ὅμως δέ μοι θανεῖν
498 εἴη πρὶν αἰσχρᾷ περιπεσεῖν τύχῃ τινί .
499 ἀνίστασ’ , δύστηνε , καὶ μετάρσιον
500 πλευρὰν ἔπαιρε καὶ τὸ πάλλευκον κάρα .
Ἑκάβη
501 ἔα · τίς οὗτος σῶμα τοὐμὸν οὐκ ἐᾷ
502 κεῖσθαι ; τί κινεῖς μ’ , ὅστις εἶ , λυπουμένην ;
Ταλθύβιος
503 Ταλθύβιος ἥκω Δαναϊδῶν ὑπηρέτης ,
504 Ἀγαμέμνονος πέμψαντος , γύναι , μέτα .