Πολυμήστωρ
1114 φίλτατ’ · ᾐσθόμην γάρ , Ἀγάμεμνον , σέθεν
1115 φωνῆς ἀκούσας · εἰσορᾷς πάσχομεν ;
Ἀγαμέμνων
1116 ἔα ·
Πολυμῆστορ · δύστηνε , τίς σ’ ἀπώλεσεν ;
1117 τίς ὄμμ’ ἔθηκε τυφλὸν αἱμάξας κόρας ,
1118 παῖδάς τε τούσδ’ ἔκτεινεν ; μέγαν χόλον
1119 σοὶ καὶ τέκνοισιν εἶχεν ὅστις ἦν ἄρα .
Πολυμήστωρ
1120 Ἑκάβη με σὺν γυναιξὶν αἰχμαλωτίσιν
1121 ἀπώλεσ’ οὐκ ἀπώλεσ’ , ἀλλὰ μειζόνως .
Ἀγαμέμνων
1122 τί φῄς ; σὺ τοὔργον εἴργασαι τόδ’ , ὡς λέγει ;
1123 σὺ τόλμαν , Ἑκάβη , τήνδ’ ἔτλης ἀμήχανον ;
Πολυμήστωρ
1124 ὤμοι , τί λέξεις ; γὰρ ἐγγύς ἐστί που ;
1125 σήμηνον , εἰπὲ ποῦ ’σθ’ , ἵν’ ἁρπάσας χεροῖν
1126 διασπάσωμαι καὶ καθαιμάξω χρόα .
Ἀγαμέμνων
1127 οὗτος , τί πάσχεις ;
Πολυμήστωρ
πρὸς θεῶν σε λίσσομαι ,
1128 μέθες μ’ ἐφεῖναι τῇδε μαργῶσαν χέρα .
Ἀγαμέμνων
1129 ἴσχ’ · ἐκβαλὼν δὲ καρδίας τὸ βάρβαρον
1130 λέγ’ , ὡς ἀκούσας σοῦ τε τῆσδέ τ’ ἐν μέρει
1131 κρίνω δικαίως ἀνθ’ ὅτου πάσχεις τάδε .