Πολυμήστωρ
1281 κτεῖν’ , ὡς ἐν Ἄργει φόνια λουτρά σ’ ἀμμένει .
Ἀγαμέμνων
1282 οὐχ ἕλξετ’ αὐτόν , δμῶες , ἐκποδὼν βίᾳ ;
Πολυμήστωρ
1283 ἀλγεῖς ἀκούων ;
Ἀγαμέμνων
οὐκ ἐφέξετε στόμα ;
Πολυμήστωρ
1284 ἐγκλῄετ’ · εἴρηται γάρ .
Ἀγαμέμνων
οὐχ ὅσον τάχος
1285 νήσων ἐρήμων αὐτὸν ἐκβαλεῖτέ που ,
1286 ἐπείπερ οὕτω καὶ λίαν θρασυστομεῖ ;
1287 Ἑκάβη , σὺ δ’ , τάλαινα , διπτύχους νεκροὺς
1288 στείχουσα θάπτε · δεσποτῶν δ’ ὑμᾶς χρεὼν
1289 σκηναῖς πελάζειν , Τρῳάδες · καὶ γὰρ πνοὰς
1290 πρὸς οἶκον ἤδη τάσδε πομπίμους ὁρῶ .
1291 εὖ δ’ ἐς πάτραν πλεύσαιμεν , εὖ δὲ τἀν δόμοις
1292 ἔχοντ’ ἴδοιμεν τῶνδ’ ἀφειμένοι πόνων . [ ... ]
Χορός
1293 ἴτε πρὸς λιμένας σκηνάς τε , φίλαι ,
1294 τῶν δεσποσύνων πειρασόμεναι
1295 μόχθων · στερρὰ γὰρ ἀνάγκη . [ ... ] [ ... ]