Θεοκλύμενος
1234 ἐπὶ τῷ ; χάρις γὰρ ἀντὶ χάριτος ἐλθέτω .
Ἑλένη
1235 σπονδὰς τέμωμεν καὶ διαλλάχθητί μοι .
Θεοκλύμενος
1236 μεθίημι νεῖκος τὸ σόν , ἴτω δ’ ὑπόπτερον .
Ἑλένη
1237 πρός νύν σε γονάτων τῶνδ’ , ἐπείπερ εἶ φίλος
Θεοκλύμενος
1238 τί χρῆμα θηρῶσ’ ἱκέτις ὠρέχθης ἐμοῦ ;
Ἑλένη
1239 τὸν κατθανόντα πόσιν ἐμὸν θάψαι θέλω .
Θεοκλύμενος
1240 τί δ’ ; ἔστ’ ἀπόντων τύμβος ; θάψεις σκιάν ;
Ἑλένη
1241 Ἕλλησίν ἐστι νόμος , ὃς ἂν πόντῳ θάνῃ
Θεοκλύμενος
1242 τί δρᾶν ; σοφοί τοι Πελοπίδαι τὰ τοιάδε .
Ἑλένη
1243 κενοῖσι θάπτειν ἐν πέπλων ὑφάσμασιν .
Θεοκλύμενος
1244 κτέριζ’ · ἀνίστη τύμβον οὗ χρῄζεις χθονός .
Ἑλένη
1245 οὐχ ὧδε ναύτας ὀλομένους τυμβεύομεν .
Θεοκλύμενος
1246 πῶς δαί ; λέλειμμαι τῶν ἐν Ἕλλησιν νόμων .
Ἑλένη
1247 ἐς πόντον ὅσα χρὴ νέκυσιν ἐξορμίζομεν .
Θεοκλύμενος
1248 τί σοι παράσχω δῆτα τῷ τεθνηκότι ;
Ἑλένη
1249 ὅδ’ οἶδ’ , ἐγὼ δ’ ἄπειρος , εὐτυχοῦσα πρίν .
Θεοκλύμενος
1250 ξένε , λόγων μὲν κληδόν’ ἤνεγκας φίλην .
Μενελέως
1251 οὔκουν ἐμαυτῷ γ’ οὐδὲ τῷ τεθνηκότι .
Θεοκλύμενος
1252 πῶς τοὺς θανόντας θάπτετ’ ἐν πόντῳ νεκρούς ;
Μενελέως
1253 ὡς ἂν παρούσης οὐσίας ἕκαστος .
Θεοκλύμενος
1254 πλούτου λέγ’ οὕνεχ’ τι θέλεις ταύτης χάριν .
Μενελέως
1255 προσφάζεται μὲν αἷμα πρῶτα νερτέροις .