Ἀμφιτρύων
88 θύγατερ , οὔτοι ῥᾴδιον τὰ τοιάδε
89 φαύλως παραινεῖν , σπουδάσαντ’ ἄνευ πόνου ·
87 χρόνον δὲ μηκύνωμεν ὄντες ἀσθενεῖς .
Μεγάρα
90 λύπης τι προσδεῖς φιλεῖς οὕτω φάος ;
Ἀμφιτρύων
91 καὶ τῷδε χαίρω καὶ φιλῶ τὰς ἐλπίδας .
Μεγάρα
92 κἀγώ · δοκεῖν δὲ τἀδόκητ’ οὐ χρή , γέρον .
Ἀμφιτρύων
93 ἐν ταῖς ἀναβολαῖς τῶν κακῶν ἔνεστ’ ἄκη .
Μεγάρα
94 δ’ ἐν μέσῳ με λυπρὸς ὢν δάκνει χρόνος .
Ἀμφιτρύων
95 ἔτ’ ἂν γένοιτ’ , θύγατερ , οὔριος δρόμος
96 ἐκ τῶν παρόντων τῶνδ’ ἐμοὶ καὶ σοὶ κακῶν ,
97 ἔλθοι τ’ ἔτ’ ἂν παῖς οὑμός , εὐνήτωρ δὲ σός .
98 ἀλλ’ ἡσύχαζε καὶ δακρυρρόους τέκνων
99 πηγὰς ἀφαίρει καὶ παρευκήλει λόγοις ,
100 κλέπτουσα μύθοις ἀθλίους κλοπὰς ὅμως .
101 κάμνουσι γάρ τοι καὶ βροτῶν αἱ συμφοραί ,
102 καὶ πνεύματ’ ἀνέμων οὐκ ἀεὶ ῥώμην ἔχει ·
103 οἵ τ’ εὐτυχοῦντες διὰ τέλους οὐκ εὐτυχεῖς .
104 ἐξίσταται γὰρ πάντ’ ἀπ’ ἀλλήλων δίχα .
105 οὗτος δ’ ἀνὴρ ἄριστος ὅστις ἐλπίσι
106 πέποιθεν αἰεί · τὸ δ’ ἀπορεῖν ἀνδρὸς κακοῦ . [ ... ]