Χορός
348 αἲ Λίνον μὲν ἐπ’ εὐτυχεῖ
349 μολπᾷ Φοῖβος ἰαχεῖ
350 τὸν κάλλει φθιτόν , κιθάραν
351 ἐλαύνων πλήκτρῳ χρυσέῳ ·
ἐγὼ δὲ τὸν γᾶς ἐνέρων τ’
352 ἐς ὄρφναν μολόντα , παῖδ’
353 εἴτε Διός νιν εἴπω ,
354 εἴτ’ Ἀμφιτρύωνος ἶνιν ,
355 ὑμνῆσαι στεφάνωμα μόχθων
356 δι’ εὐλογίας θέλω .
357 γενναίων δ’ ἀρεταὶ πόνων
358 τοῖς θανοῦσιν ἄγαλμα . [ ... ]
359 πρῶτον μὲν Διὸς ἄλσος
360 ἠρήμωσε λέοντος ,
361 πυρσῷ δ’ ἀμφεκαλύφθη
362 ξανθὸν κρᾶτ’ ἐπινωτίσας
363 δεινῷ χάσματι θηρός · [ ... ]
364 τάν τ’ ὀρεινόμον ἀγρίων
365 Κενταύρων ποτὲ γένναν
366 ἔστρωσεν τόξοις φονίοις ,
367 ἐναίρων πτανοῖς βέλεσιν .
368 ξύνοιδε Πηνειὸς καλλιδίνας
369 μακραί τ’ ἄρουραι
πεδίων ἄκαρποι
370 καὶ Πηλιάδες θεράπναι
371 σύγχορτοί τ’ Ὀμόλας ἔναυλοι ,
372 πεύκαισιν ὅθεν χέρας
373 πληροῦντες χθόνα Θεσσαλῶν
374 ἱππείαις ἐδάμαζον · [ ... ]
375 τάν τε χρυσοκάρανον
376 δόρκαν ποικιλόνωτον
377 συλήτειραν ἀγρωστᾶν
378 κτείνας , θηροφόνον θεὰν
379 Οἰνωᾶτιν ἀγάλλει · [ ... ]
380 τεθρίππων τ’ ἐπέβα
381 καὶ ψαλίοις ἐδάμασε πώλους
382 Διομήδεος , αἳ φονίαισι φάτναις ἀχάλιν’ ἐθόαζον
383 κάθαιμα σῖτα γένυσι ,
384 χαρμοναῖσιν ἀνδροβρῶσι
385 δυστράπεζοι · πέραν δ’
386 ἀργυρορρύτων Ἕβρου
387 διεπέρασεν ὄχθων ,
388 Μυκηναίῳ πονῶν τυράννῳ . [ ... ]
389 ἄν τε Πηλιάδ’ ἀκτὰν
390 Ἀναύρου παρὰ πηγὰς
391 Κύκνον ξεινοδαΐκταν
392 τόξοις ὤλεσεν , Ἀμφαναίας
393 οἰκήτορ’ ἄμεικτον · [ ... ]
394 ὑμνῳδούς τε κόρας
395 ἤλυθεν ἑσπέριον ἐς αὐλάν ,
396 χρυσέων πετάλων ἄπο μηλοφόρον χερὶ καρπὸν ἀμέρξων ,
397 δράκοντα πυρσόνωτον ,
398 ὅς { σφ’ } ἄπλατον ἀμφελικτὸς
399 ἕλικ’ ἐφρούρει , κτανών ·
400 ποντίας θ’ ἁλὸς μυχοὺς
401 εἰσέβαινε , θνατοῖς
402 γαλανείας τιθεὶς ἐρετμοῖς · [ ... ]
403 οὐρανοῦ θ’ ὑπὸ μέσσαν
404 ἐλαύνει χέρας ἕδραν ,
405 Ἄτλαντος δόμον ἐλθών ,
406 ἀστρωπούς τε κατέσχεν οἴκους
407 εὐανορίᾳ θεῶν · [ ... ]
408 τὸν ἱππευτάν τ’ Ἀμαζόνων
409 στρατὸν Μαιῶτιν ἀμφὶ
410 πολυπόταμον ἔβα δι’ Ἄξεινον
οἶδμα λίμνας ,
411 τίν’ οὐκ ἀφ’ Ἑλλανίας
412 ἄγορον ἁλίσας φίλων ,
413 { κόρας Ἀρείας πέπλων }
414 { χρυσεόστολον φάρος , }
415 ζωστῆρος ὀλεθρίους ἄγρας .
416 τὰ κλεινὰ δ’ Ἑλλὰς ἔλαβε βαρβάρου
417 κόρας λάφυρα , καὶ
418 σῴζεται Μυκήναις . [ ... ]
419 τάν τε μυριόκρανον
420 πολύφονον κύνα Λέρνας
421 ὕδραν ἐξεπύρωσεν ,
422 βέλεσί τ’ ἀμφέβαλ’ { ἰόν } ,
423 τὸν τρισώματον οἷσιν ἔκτα
424 βοτῆρ’ Ἐρυθείας . [ ... ]
425 δρόμων τ’ ἄλλων ἀγάλματ’
426 εὐτυχῆ διῆλθε · τόν τε
427 πολυδάκρυον ἔπλευσ’ ἐς Ἅιδαν ,
πόνων τελευτάν ,
428 ἵν’ ἐκπεραίνει τάλας
429 βίοτον , οὐδ’ ἔβα πάλιν .
430 στέγαι δ’ ἔρημοι φίλων ,
431 τὰν δ’ ἀνόστιμον τέκνων
432 Χάρωνος ἐπιμένει πλάτα
433 βίου κέλευθον ἄθεον ἄδικον ·
434 ἐς δὲ σὰς χέρας βλέπει
435 δώματ’ οὐ παρόντος . [ ... ]
436 εἰ δ’ ἐγὼ σθένος ἥβων
437 δόρυ τ’ ἔπαλλον ἐν αἰχμᾷ ,
438 Καδμείων τε σύνηβοι ,
439 τέκεσιν ἂν προπαρέσταν
440 ἀλκᾷ · νῦν δ’ ἀπολείπομαι
441 τᾶς εὐδαίμονος ἥβας . [ ... ] [ ... ]
442 ἀλλ’ ἐσορῶ γὰρ τούσδε φθιμένων
443 ἔνδυτ’ ἔχοντας , τοὺς τοῦ μεγάλου
444 δή ποτε παῖδας τὸ πρὶν Ἡρακλέους ,
445 ἄλοχόν τε φίλην ὑπὸ σειραίοις
446 ποσὶν ἕλκουσαν τέκνα , καὶ γεραιὸν
447 πατέρ’ Ἡρακλέους . δύστηνος ἐγώ ,
448 δακρύων ὡς οὐ δύναμαι κατέχειν
450 γραίας ὄσσων ἔτι πηγάς .