Λύκος
701 ἐς καιρὸν οἴκων Ἀμφιτρύων ἔξω περᾷ ·
702 χρόνος γὰρ ἤδη δαρὸς ἐξ ὅτου πέπλοις
703 κοσμεῖσθε σῶμα καὶ νεκρῶν ἀγάλμασιν .
704 ἀλλ’ εἶα , παῖδας καὶ δάμαρθ’ Ἡρακλέους
705 ἔξω κέλευε τῶνδε φαίνεσθαι δόμων ,
706 ἐφ’ οἷς ὑπέστητ’ αὐτεπάγγελτοι θανεῖν .
Ἀμφιτρύων
707 ἄναξ , διώκεις μ’ ἀθλίως πεπραγότα
708 ὕβριν θ’ ὑβρίζεις ἐπὶ θανοῦσι τοῖς ἐμοῖς ·
709 χρῆν σε μετρίως , κεἰ κρατεῖς , σπουδὴν ἔχειν .
710 ἐπεὶ δ’ ἀνάγκην προστίθης ἡμῖν θανεῖν ,
711 στέργειν ἀνάγκη · δραστέον δ’ σοὶ δοκεῖ .
Λύκος
712 ποῦ δῆτα Μεγάρα ; ποῦ τέκν’ Ἀλκμήνης γόνου ;
Ἀμφιτρύων
713 δοκῶ μὲν αὐτήν , ὡς θύραθεν εἰκάσαι
Λύκος
714 τί χρῆμα δόξης ; τοῦ δ’ ἔχεις τεκμήριον ;
Ἀμφιτρύων
715 ἱκέτιν πρὸς ἁγνοῖς Ἑστίας θάσσειν βάθροις [ ... ]
Λύκος
716 ἀνόνητά γ’ ἱκετεύουσαν ἐκσῷσαι βίον .
Ἀμφιτρύων
717 καὶ τὸν θανόντα γ’ ἀνακαλεῖν μάτην πόσιν .
Λύκος
718 δ’ οὐ πάρεστιν οὐδὲ μὴ μόλῃ ποτέ .
Ἀμφιτρύων
719 οὔκ , εἴ γε μή τις θεῶν ἀναστήσειέ νιν .
Λύκος
720 χώρει πρὸς αὐτὴν κἀκκόμιζε δωμάτων .
Ἀμφιτρύων
721 μέτοχος ἂν εἴην τοῦ φόνου δράσας τόδε .