Ἄγγελος
922 ἱερὰ μὲν ἦν πάροιθεν ἐσχάρας Διὸς
923 καθάρσι’ οἴκων , γῆς ἄνακτ’ ἐπεὶ κτανὼν
924 ἐξέβαλε τῶνδε δωμάτων Ἡρακλέης ·
925 χορὸς δὲ καλλίμορφος εἱστήκει τέκνων
926 πατήρ τε Μεγάρα τ’ · ἐν κύκλῳ δ’ ἤδη κανοῦν
927 εἵλικτο βωμοῦ , φθέγμα δ’ ὅσιον εἴχομεν .
928 μέλλων δὲ δαλὸν χειρὶ δεξιᾷ φέρειν ,
929 ἐς χέρνιβ’ ὡς βάψειεν , Ἀλκμήνης τόκος
930 ἔστη σιωπῇ . καὶ χρονίζοντος πατρὸς
931 παῖδες προσέσχον ὄμμ’ · δ’ οὐκέθ’ αὑτὸς ἦν ,
932 ἀλλ’ ἐν στροφαῖσιν ὀμμάτων ἐφθαρμένος
933 ῥίζας τ’ ἐν ὄσσοις αἱματῶπας ἐκβαλὼν
934 ἀφρὸν κατέσταζ’ εὐτρίχου γενειάδος .
935 ἔλεξε δ’ ἅμα γέλωτι παραπεπληγμένῳ ·
936 Πάτερ , τί θύω πρὶν κτανεῖν Εὐρυσθέα
937 καθάρσιον πῦρ , καὶ πόνους διπλοῦς ἔχω ;
938 ἔργον μιᾶς μοι χειρὸς εὖ θέσθαι τάδε ·
939 ὅταν δ’ ἐνέγκω δεῦρο κρᾶτ’ Εὐρυσθέως ,
940 ἐπὶ τοῖσι νῦν θανοῦσιν ἁγνιῶ χέρας .
941 ἐκχεῖτε πηγάς , ῥίπτετ’ ἐκ χειρῶν κανᾶ .
942 τίς μοι δίδωσι τόξα ; τίς { δ’ } ὅπλον χερός ;
943 πρὸς τὰς Μυκήνας εἶμι · λάζυσθαι χρεὼν
944 μοχλοὺς δικέλλας θ’ , ὥστε Κυκλώπων βάθρα
945 φοίνικι κανόνι καὶ τύκοις ἡρμοσμένα
946 στρεπτῷ σιδήρῳ συντριαινῶσαι πάλιν .
947 αὐτοῦ δὲ βαίνων ἅρματ’ οὐκ ἔχων ἔχειν
948 ἔφασκε , δίφρου δ’ εἰσέβαινεν ἄντυγας
949 κἄθεινε , κέντρον δῆθεν ὡς ἔχων , χερί .
950 διπλοῦς δ’ ὀπαδοῖς ἦν γέλως φόβος θ’ ὁμοῦ .
951 καί τις τόδ’ εἶπεν , ἄλλος εἰς ἄλλον δρακών ·
952 Παίζει πρὸς ἡμᾶς δεσπότης μαίνεται ;
953 δ’ εἷρπ’ ἄνω τε καὶ κάτω κατὰ στέγας ,
954 μέσον δ’ ἐς ἀνδρῶν’ ἐσπεσὼν Νίσου πόλιν
955 ἥκειν ἔφασκε · δωμάτων τ’ ἔσω βεβώς ,
956 κλιθεὶς ἐς οὖδας , ὡς ἔχει , σκευάζεται
957 θοίνην . διελθὼν δ’ ὡς βραχὺν χρόνον μονῆς
958 Ἰσθμοῦ ναπαίας ἔλεγε προσβαίνειν πλάκας .
959 κἀνταῦθα γυμνὸν σῶμα θεὶς πορπαμάτων ,
960 πρὸς οὐδέν’ ἡμιλλᾶτο κἀκηρύσσετο
961 αὐτὸς πρὸς αὑτοῦ καλλίνικος οὐδενός ,
962 ἀκοὴν ὑπειπών . δεινὰ δ’ Εὐρυσθεῖ βρέμων
963 ἦν ἐν Μυκήναις τῷ λόγῳ . πατὴρ δέ νιν
964 θιγὼν κραταιᾶς χειρὸς ἐννέπει τάδε ·
965 παῖ , τί πάσχεις ; τίς τρόπος ξενώσεως
966 τῆσδ’ ; οὔ τί που φόνος σ’ ἐβάκχευσεν νεκρῶν ,
967 οὓς ἄρτι καίνεις ; δέ νιν Εὐρυσθέως δοκῶν
968 πατέρα προταρβοῦνθ’ ἱκέσιον ψαύειν χερός ,
969 ὠθεῖ , φαρέτραν δ’ εὐτρεπῆ σκευάζεται
970 καὶ τόξ’ ἑαυτοῦ παισί , τοὺς Εὐρυσθέως
971 δοκῶν φονεύειν . οἳ δὲ ταρβοῦντες φόβῳ
972 ὤρουον ἄλλος ἄλλοσ’ , ἐς πέπλους μὲν
973 μητρὸς ταλαίνης , δ’ ὑπὸ κίονος σκιάν ,
974 ἄλλος δὲ βωμὸν ὄρνις ὣς ἔπτηξ’ ὕπο .
975 βοᾷ δὲ μήτηρ · τεκών , τί δρᾷς ; τέκνα
976 κτείνεις ; βοᾷ δὲ πρέσβυς οἰκετῶν τ’ ὄχλος .
977 δ’ ἐξελίσσων παῖδα κίονος κύκλῳ ,
978 τόρνευμα δεινὸν ποδός , ἐναντίον σταθεὶς
979 βάλλει πρὸς ἧπαρ · ὕπτιος δὲ λαΐνους
980 ὀρθοστάτας ἔδευσεν ἐκπνέων βίον .
981 δ’ ἠλάλαξε κἀπεκόμπασεν τάδε ·
982 Εἷς μὲν νεοσσὸς ὅδε θανὼν Εὐρυσθέως
983 ἔχθραν πατρῴαν ἐκτίνων πέπτωκέ μοι .
984 ἄλλῳ δ’ ἐπεῖχε τόξ’ , ὃς ἀμφὶ βωμίαν
985 ἔπτηξε κρηπῖδ’ ὡς λεληθέναι δοκῶν .
986 φθάνει δ’ τλήμων γόνασι προσπεσὼν πατρός ,
987 καὶ πρὸς γένειον χεῖρα καὶ δέρην βαλών ,
988 φίλτατ’ , αὐδᾷ , μή μ’ ἀποκτείνῃς , πάτερ ·
989 σός εἰμι , σὸς παῖς · οὐ τὸν Εὐρυσθέως ὀλεῖς .
990 δ’ ἀγριωπὸν ὄμμα Γοργόνος στρέφων ,
991 ὡς ἐντὸς ἔστη παῖς λυγροῦ τοξεύματος ,
992 μυδροκτύπον μίμημ’ , ὑπὲρ κάρα βαλὼν
993 ξύλον καθῆκε παιδὸς ἐς ξανθὸν κάρα ,
994 ἔρρηξε δ’ ὀστᾶ . δεύτερον δὲ παῖδ’ ἑλών ,
995 χωρεῖ τρίτον θῦμ’ ὡς ἐπισφάξων δυοῖν .
996 ἀλλὰ φθάνει νιν τάλαιν’ ἔσω δόμων
997 μήτηρ ὑπεκλαβοῦσα , καὶ κλῄει πύλας .
998 δ’ ὡς ἐπ’ αὐτοῖς δὴ Κυκλωπίοισιν ὢν
999 σκάπτει μοχλεύει θύρετρα , κἀκβαλὼν σταθμὰ
1000 δάμαρτα καὶ παῖδ’ ἑνὶ κατέστρωσεν βέλει .
1001 κἀνθένδε πρὸς γέροντος ἱππεύει φόνον ·
1002 ἀλλ’ ἦλθεν εἰκών , ὡς ὁρᾶν ἐφαίνετο ,
1003 Παλλὰς κραδαίνουσ’ ἔγχος { ἐπὶ λόφῳ κέαρ } ,
1004 κἄρριψε πέτρον στέρνον εἰς Ἡρακλέους ,
1005 ὅς νιν φόνου μαργῶντος ἔσχε , κεἰς ὕπνον
1006 καθῆκε · πίτνει δ’ ἐς πέδον , πρὸς κίονα
1007 νῶτον πατάξας , ὃς πεσήμασι στέγης
1008 διχορραγὴς ἔκειτο κρηπίδων ἔπι .
1010 ἡμεῖς δ’ ἐλευθεροῦντες ἐκ δρασμῶν πόδα
1009 σὺν τῷ γέροντι δεσμὰ σειραίων βρόχων
1011 ἀνήπτομεν πρὸς κίον’ , ὡς λήξας ὕπνου
1012 μηδὲν προσεργάσαιτο τοῖς δεδραμένοις .
1013 εὕδει δ’ τλήμων ὕπνον οὐκ εὐδαίμονα ,
1014 παῖδας φονεύσας καὶ δάμαρτ’ . ἐγὼ μὲν οὖν
1015 οὐκ οἶδα θνητῶν ὅστις ἀθλιώτερος . [ ... ] [ ... ]