Ἡρακλῆς
1111 πάτερ , τί κλαίεις καὶ συναμπίσχῃ κόρας ,
1112 τοῦ φιλτάτου σοι τηλόθεν παιδὸς βεβώς ;
Ἀμφιτρύων
1113 ὦ τέκνον · εἶ γὰρ καὶ κακῶς πράσσων ἐμός .
Ἡρακλῆς
1114 πράσσω δ’ ἐγὼ τί λυπρόν , οὗ δακρυρροεῖς ;
Ἀμφιτρύων
1115 ἃ κἂν θεῶν τις , εἰ μάθοι , καταστένοι .
Ἡρακλῆς
1116 μέγας γ’ ὁ κόμπος , τὴν τύχην δ’ οὔπω λέγεις .
Ἀμφιτρύων
1117 ὁρᾷς γὰρ αὐτός , εἰ φρονῶν ἤδη κυρεῖς .
Ἡρακλῆς
1118 εἴπ’ , εἴ τι καινὸν ὑπογράφῃ τὠμῷ βίῳ .
Ἀμφιτρύων
1119 εἰ μηκέθ’ Ἅιδου βάκχος εἶ , φράσαιμεν ἄν .
Ἡρακλῆς
1120 παπαῖ , τόδ’ ὡς ὕποπτον ᾐνίξω πάλιν .
Ἀμφιτρύων
1121 καί σ’ εἰ βεβαίως εὖ φρονεῖς ἤδη σκοπῶ .
Ἡρακλῆς
1122 οὐ γάρ τι βακχεύσας γε μέμνημαι φρένας .
Ἀμφιτρύων
1123 λύσω , γέροντες , δεσμὰ παιδός ; ἢ τί δρῶ ;
Ἡρακλῆς
1124 καὶ τόν γε δήσαντ’ εἴπ’ · ἀναινόμεσθα γάρ .
Ἀμφιτρύων
1125 τοσοῦτον ἴσθι τῶν κακῶν · τὰ δ’ ἄλλ’ ἔα .
Ἡρακλῆς
1126 ἀρκεῖ σιωπὴ γὰρ μαθεῖν ὃ βούλομαι ;
Ἀμφιτρύων
1127 ὦ Ζεῦ , παρ’ Ἥρας ἆρ’ ὁρᾷς θρόνων τάδε ;
Ἡρακλῆς
1128 ἀλλ’ ἦ τι κεῖθεν πολέμιον πεπόνθαμεν ;
Ἀμφιτρύων
1129 τὴν θεὸν ἐάσας τὰ σὰ περιστέλλου κακά .
Ἡρακλῆς
1130 ἀπωλόμεσθα · συμφορὰν λέξεις τινά .