Φαίδρα
503 καὶ μή σε πρὸς θεῶν εὖ λέγεις γάρ , αἰσχρὰ δέ
504 πέρα προβῇς τῶνδ’ · ὡς ὑπείργασμαι μὲν εὖ
505 ψυχὴν ἔρωτι , τᾀσχρὰ δ’ ἢν λέγῃς καλῶς ,
506 ἐς τοῦθ’ φεύγω νῦν ἀναλωθήσομαι .
Τροφός
507 εἴ τοι δοκεῖ σοι , χρῆν μὲν οὔ σ’ ἁμαρτάνειν ·
508 εἰ δ’ οὖν , πιθοῦ μοι · δευτέρα γὰρ χάρις .
509 ἔστιν κατ’ οἴκους φίλτρα μοι θελκτήρια
510 ἔρωτος , ἦλθε δ’ ἄρτι μοι γνώμης ἔσω ,
511 σ’ οὔτ’ ἐπ’ αἰσχροῖς οὔτ’ ἐπὶ βλάβῃ φρενῶν
512 παύσει νόσου τῆσδ’ , ἢν σὺ μὴ γένῃ κακή .
513 δεῖ δ’ ἐξ ἐκείνου δή τι τοῦ ποθουμένου
514 σημεῖον , λόγον τιν’ πέπλων ἄπο
515 λαβεῖν , συνάψαι τ’ ἐκ δυοῖν μίαν χάριν .
Φαίδρα
516 πότερα δὲ χριστὸν ποτὸν τὸ φάρμακον ;
Τροφός
517 οὐκ οἶδ’ · ὀνάσθαι , μὴ μαθεῖν βούλου , τέκνον .
Φαίδρα
518 δέδοιχ’ ὅπως μοι μὴ λίαν φανῇς σοφή .
Τροφός
519 πάντ’ ἂν φοβηθεῖσ’ ἴσθι · δειμαίνεις δὲ τί ;
Φαίδρα
520 μή μοί τι Θησέως τῶνδε μηνύσῃς τόκῳ .