Ἴων
510 πρόσπολοι γυναῖκες , αἳ τῶνδ’ ἀμφὶ κρηπῖδας δόμων
511 θυοδόκων φρούρημ’ ἔχουσαι δεσπότιν φυλάσσετε ,
512 ἐκλέλοιπ’ ἤδη τὸν ἱερὸν τρίποδα καὶ χρηστήριον
513 Ξοῦθος , μίμνει κατ’ οἶκον ἱστορῶν ἀπαιδίαν ;
Χορός
514 ἐν δόμοις ἔστ’ , ξέν’ · οὔπω δῶμ’ ὑπερβαίνει τόδε .
515 ὡς δ’ ἐπ’ ἐξόδοισιν ὄντος , τῶνδ’ ἀκούομεν πυλῶν
516 δοῦπον , ἐξιόντα τ’ ἤδη δεσπότην ὁρᾶν πάρα .
Ξοῦθος
517 τέκνον , χαῖρ’ · γὰρ ἀρχὴ τοῦ λόγου πρέπουσά μοι .
Ἴων
518 χαίρομεν · σὺ δ’ εὖ φρόνει γε , καὶ δύ’ ὄντ’ εὖ πράξομεν .
Ξοῦθος
519 δὸς χερὸς φίλημά μοι σῆς σώματός τ’ ἀμφιπτυχάς .
Ἴων
520 εὖ φρονεῖς μέν ; σ’ ἔμηνε θεοῦ τις , ξένε , βλάβη ;
Ξοῦθος
521 σωφρονῶ · τὰ φίλταθ’ εὑρὼν οὐ φυγεῖν ἐφίεμαι .
Ἴων
522 παῦε , μὴ ψαύσας τὰ τοῦ θεοῦ στέμματα ῥήξῃς χερί .
Ξοῦθος
523 ἅψομαι · κοὐ ῥυσιάζω , τἀμὰ δ’ εὑρίσκω φίλα .
Ἴων
524 οὐκ ἀπαλλάξῃ , πρὶν εἴσω τόξα πλευμόνων λαβεῖν ;
Ξοῦθος
525 ὡς τί δὴ φεύγεις με ; σαυτοῦ γνωρίσας τὰ φίλτατα
Ἴων
526 οὐ φιλῶ φρενοῦν ἀμούσους καὶ μεμηνότας ξένους .
Ξοῦθος
527 κτεῖνε καὶ πίμπρη · πατρὸς γάρ , ἢν κτάνῃς , ἔσῃ φονεύς .