Ξοῦθος
529 οὔ · τρέχων μῦθος ἄν σοι τἀμὰ σημήνειεν ἄν .
Ἴων
530 καὶ τί μοι λέξεις ;
Ξοῦθος
πατὴρ σός εἰμι καὶ σὺ παῖς ἐμός .
Ἴων
531 τίς λέγει τάδε ;
Ξοῦθος
ὅς σ’ ἔθρεψεν ὄντα Λοξίας ἐμόν .
Ἴων
532 μαρτυρεῖς σαυτῷ .
Ξοῦθος
τὰ τοῦ θεοῦ γ’ ἐκμαθὼν χρηστήρια .
Ἴων
533 ἐσφάλης αἴνιγμ’ ἀκούσας .
Ξοῦθος
οὐκ ἄρ’ ὄρθ’ ἀκούομεν .
Ἴων
534 δὲ λόγος τίς ἐστι Φοίβου ;
Ξοῦθος
τὸν συναντήσαντά μοι
Ἴων
535 τίνα συνάντησιν ;
Ξοῦθος
δόμων τῶνδ’ ἐξιόντι τοῦ θεοῦ
Ἴων
536 συμφορᾶς τίνος κυρῆσαι ;
Ξοῦθος
παῖδ’ ἐμὸν πεφυκέναι .
Ἴων
537 σὸν γεγῶτ’ , δῶρον ἄλλως ;
Ξοῦθος
δῶρον , ὄντα δ’ ἐξ ἐμοῦ .
Ἴων
538 πρῶτα δῆτ’ ἐμοὶ ξυνάπτεις πόδα σόν ;
Ξοῦθος
οὐκ ἄλλῳ , τέκνον .
Ἴων
539 τύχη πόθεν ποθ’ ἥκει ;
Ξοῦθος
δύο μίαν θαυμάζομεν .
Ἴων
540 ἔα . τίνος δέ σοι πέφυκα μητρός ;
Ξοῦθος
οὐκ ἔχω φράσαι .
Ἴων
541 οὐδὲ Φοῖβος εἶπε ;
Ξοῦθος
τερφθεὶς τοῦτο , κεῖν’ οὐκ ἠρόμην .
Ἴων
542 γῆς ἄρ’ ἐκπέφυκα μητρός .
Ξοῦθος
οὐ πέδον τίκτει τέκνα .
Ἴων
543 πῶς ἂν οὖν εἴην σός ;
Ξοῦθος
οὐκ οἶδ’ , ἀναφέρω δ’ ἐς τὸν θεόν .
Ἴων
544 φέρε λόγων ἁψώμεθ’ ἄλλων .
Ξοῦθος
ταῦτ’ ἀμείνον’ , τέκνον .
Ἴων
545 ἦλθες ἐς νόθον τι λέκτρον ;
Ξοῦθος
μωρίᾳ γε τοῦ νέου .
Ἴων
546 πρὶν κόρην λαβεῖν Ἐρεχθέως ;
Ξοῦθος
οὐ γὰρ ὕστερόν γέ πω .
Ἴων
547 ἆρα δῆτ’ ἐκεῖ μ’ ἔφυσας ;
Ξοῦθος
τῷ χρόνῳ γε συντρέχει .
Ἴων
548 κᾆτα πῶς ἀφικόμεσθα δεῦρο
Ξοῦθος
ταῦτ’ ἀμηχανῶ .
Ἴων
549 διὰ μακρᾶς ἐλθὼν κελεύθου ;
Ξοῦθος
τοῦτο κἄμ’ ἀπαιολεῖ .
Ἴων
550 Πυθίαν δ’ ἦλθες πέτραν πρίν ;
Ξοῦθος
ἐς φανάς γε Βακχίου .
Ἴων
551 προξένων δ’ ἔν του κατέσχες ;
Ξοῦθος
ὅς με Δελφίσιν κόραις [ ... ]
Ἴων
552 ἐθιάσευσ’ , πῶς τάδ’ αὐδᾷς ;
Ξοῦθος
Μαινάσιν γε Βακχίου .
Ἴων
553 ἔμφρον’ κάτοινον ὄντα ;
Ξοῦθος
Βακχίου πρὸς ἡδοναῖς .
Ἴων
554 τοῦτ’ ἐκεῖν’ ἵν’ ἐσπάρημεν .
Ξοῦθος
πότμος ἐξηῦρεν , τέκνον .
Ἴων
555 πῶς δ’ ἀφικόμεσθα ναούς ;
Ξοῦθος
ἔκβολον κόρης ἴσως .
Ἴων
556 ἐκπεφεύγαμεν τὸ δοῦλον .
Ξοῦθος
πατέρα νυν δέχου , τέκνον .
Ἴων
557 τῷ θεῷ γοῦν οὐκ ἀπιστεῖν εἰκός .
Ξοῦθος
εὖ φρονεῖς ἄρα .
Ἴων
558 καὶ τί βουλόμεσθά γ’ ἄλλο
Ξοῦθος
νῦν ὁρᾷς χρή σ’ ὁρᾶν .
Ἴων
559 Διὸς παιδὸς γενέσθαι παῖς ;
Ξοῦθος
σοί γε γίγνεται .
Ἴων
560 θίγω δῆθ’ οἵ μ’ ἔφυσαν ;
Ξοῦθος
πιθόμενός γε τῷ θεῷ .
Ἴων
561 χαῖρέ μοι , πάτερ
Ξοῦθος
φίλον γε φθέγμ’ ἐδεξάμην τόδε .
Ἴων
562 ἡμέρα θ’ νῦν παροῦσα .
Ξοῦθος
μακάριόν γ’ ἔθηκέ με .