Κρέουσα
725 πρέσβυ παιδαγώγ’ Ἐρεχθέως πατρὸς
726 τοὐμοῦ ποτ’ ὄντος , ἡνίκ’ ἦν ἔτ’ ἐν φάει ,
727 ἔπαιρε σαυτὸν πρὸς θεοῦ χρηστήρια ,
728 ὥς μοι συνησθῇς , εἴ τι Λοξίας ἄναξ
729 θέσπισμα παίδων ἐς γονὰς ἐφθέγξατο .
730 σὺν τοῖς φίλοις γὰρ ἡδὺ μὲν πράσσειν καλῶς ·
731 μὴ γένοιτο δ’ , εἴ τι τυγχάνοι κακόν ,
732 ἐς ὄμματ’ εὔνου φωτὸς ἐμβλέψαι γλυκύ .
733 ἐγὼ δέ σ’ , ὥσπερ καὶ σὺ πατέρ’ ἐμόν ποτε ,
734 δέσποιν’ ὅμως οὖσ’ ἀντικηδεύω πατρός .
Πρεσβύτης
735 θύγατερ , ἄξι’ ἀξίων γεννητόρων
736 ἤθη φυλάσσεις , κοὐ καταισχύνασ’ ἔχεις
737 τοὺς σοὺς παλαιούς , ἐκγόνους αὐτόχθονας .
738 ἕλχ’ ἕλκε πρὸς μέλαθρα καὶ κόμιζέ με .
739 αἰπεινά τοι μαντεῖα · τοῦ γήρως δέ μοι
740 συνεκπονοῦσα κῶλον ἰατρὸς γενοῦ .
Κρέουσα
741 ἕπου νυν · ἴχνος δ’ ἐκφύλασσ’ ὅπου τίθης .
Πρεσβύτης
742 ἰδού .
τὸ τοῦ ποδὸς μὲν βραδύ , τὸ τοῦ δὲ νοῦ ταχύ .
Κρέουσα
743 βάκτρῳ δ’ ἐρείδου περιφερῆ στίβον χθονός .
Πρεσβύτης
744 καὶ τοῦτο τυφλόν , ὅταν ἐγὼ βλέπω βραχύ .
Κρέουσα
745 ὀρθῶς ἔλεξας · ἀλλὰ μὴ παρῇς κόπῳ .
Πρεσβύτης
746 οὔκουν ἑκών γε · τοῦ δ’ ἀπόντος οὐ κρατῶ .