Πρεσβύτης
966 οἴμοι , δόμων σῶν ὄλβος ὡς χειμάζεται .
Κρέουσα
967 τί κρᾶτα κρύψας , γέρον , δακρυρροεῖς ;
Πρεσβύτης
968 σὲ καὶ πατέρα σὸν δυστυχοῦντας εἰσορῶ .
Κρέουσα
969 τὰ θνητὰ τοιαῦτ’ · οὐδὲν ἐν ταὐτῷ μένει .
Πρεσβύτης
970 μή νυν ἔτ’ οἴκτων , θύγατερ , ἀντεχώμεθα .
Κρέουσα
971 τί γάρ με χρὴ δρᾶν ; ἀπορία τὸ δυστυχεῖν .
Πρεσβύτης
972 τὸν πρῶτον ἀδικήσαντά σ’ ἀποτίνου θεόν .
Κρέουσα
973 καὶ πῶς τὰ κρείσσω θνητὸς οὖσ’ ὑπερδράμω ;
Πρεσβύτης
974 πίμπρη τὰ σεμνὰ Λοξίου χρηστήρια .
Κρέουσα
975 δέδοικα · καὶ νῦν πημάτων ἄδην ἔχω .
Πρεσβύτης
976 τὰ δυνατά νυν τόλμησον , ἄνδρα σὸν κτανεῖν .
Κρέουσα
977 αἰδούμεθ’ εὐνὰς τὰς τόθ’ ἡνίκ’ ἐσθλὸς ἦν .
Πρεσβύτης
978 νῦν δ’ ἀλλὰ παῖδα τὸν ἐπὶ σοὶ πεφηνότα .
Κρέουσα
979 πῶς ; εἰ γὰρ εἴη δυνατόν · ὡς θέλοιμί γ’ ἄν .
Πρεσβύτης
980 ξιφηφόρους σοὺς ὁπλίσασ’ ὀπάονας .
Κρέουσα
981 στείχοιμ’ ἄν · ἀλλὰ ποῦ γενήσεται τόδε ;
Πρεσβύτης
982 ἱεραῖσιν ἐν σκηναῖσιν , οὗ θοινᾷ φίλους .
Κρέουσα
983 ἐπίσημον φόνος , καὶ τὸ δοῦλον ἀσθενές .
Πρεσβύτης
984 ὤμοι , κακίζῃ · φέρε , σὺ νῦν βούλευέ τι .
Κρέουσα
985 καὶ μὴν ἔχω γε δόλια καὶ δραστήρια .
Πρεσβύτης
986 ἀμφοῖν ἂν εἴην τοῖνδ’ ὑπηρέτης ἐγώ .