Θεράπων
1122 ἐπεὶ θεοῦ μαντεῖον ᾤχετ’ ἐκλιπὼν
1123 πόσις Κρεούσης , παῖδα τὸν καινὸν λαβὼν
1124 πρὸς δεῖπνα θυσίας θ’ ἃς θεοῖς ὡπλίζετο ,
1125 Ξοῦθος μὲν ᾤχετ’ ἔνθα πῦρ πηδᾷ θεοῦ
1126 βακχεῖον , ὡς σφαγαῖσι Διονύσου πέτρας
1127 δεύσειε δισσὰς παιδὸς ἀντ’ ὀπτηρίων ,
1128 λέξας · Σὺ μὲν νῦν , τέκνον , ἀμφήρεις μένων
1129 σκηνὰς ἀνίστη τεκτόνων μοχθήμασι .
1130 θύσας δὲ Γενέταις Θεοῖσιν ἢν μακρὸν χρόνον
1131 μένω , παροῦσι δαῖτες ἔστωσαν φίλοις .
1132 λαβὼν δὲ μόσχους ᾤχεθ’ · δὲ νεανίας
1133 σεμνῶς ἀτοίχους περιβολὰς σκηνωμάτων
1134 ὀρθοστάταις ἱδρύεθ’ , ἡλίου βολὰς
1135 καλῶς φυλάξας , οὔτε πρὸς μέσας φλογὸς
1136 ἀκτῖνας , οὔτ’ αὖ πρὸς τελευτώσας βίον ,
1137 πλέθρου σταθμήσας μῆκος εἰς εὐγωνίαν ,
1138 μέτρημ’ ἔχουσαν τοὐν μέσῳ γε μυρίων
1139 ποδῶν ἀριθμόν , ὡς λέγουσιν οἱ σοφοί ,
1140 ὡς πάντα Δελφῶν λαὸν ἐς θοίνην καλῶν .
1141 λαβὼν δ’ ὑφάσμαθ’ ἱερὰ θησαυρῶν πάρα
1142 κατεσκίαζε , θαύματ’ ἀνθρώποις ὁρᾶν .
1143 πρῶτον μὲν ὀρόφῳ πτέρυγα περιβάλλει πέπλων ,
1144 ἀνάθημα Δίου παιδός , οὓς Ἡρακλέης
1145 Ἀμαζόνων σκυλεύματ’ ἤνεγκεν θεῷ .
1146 ἐνῆν δ’ ὑφανταὶ γράμμασιν τοιαίδ’ ὑφαί ,
1147 Οὐρανὸς ἀθροίζων ἄστρ’ ἐν αἰθέρος κύκλῳ .
1148 ἵππους μὲν ἤλαυν’ ἐς τελευταίαν φλόγα
1149 Ἥλιος , ἐφέλκων λαμπρὸν Ἑσπέρου φάος ·
1150 μελάμπεπλος δὲ Νὺξ ἀσείρωτον ζυγοῖς
1151 ὄχημ’ ἔπαλλεν , ἄστρα δ’ ὡμάρτει θεᾷ ·
1152 Πλειὰς μὲν ᾔει μεσοπόρου δι’ αἰθέρος
1153 τε ξιφήρης Ὠρίων , ὕπερθε δὲ
1154 Ἄρκτος στρέφουσ’ οὐραῖα χρυσήρη πόλῳ ·
1155 κύκλος δὲ πανσέληνος ἠκόντιζ’ ἄνω
1156 μηνὸς διχήρης , Ὑάδες τε , ναυτίλοις
1157 σαφέστατον σημεῖον , τε φωσφόρος
1158 Ἕως διώκουσ’ ἄστρα . τοίχοισιν δ’ ἔπι
1159 ἤμπισχεν ἄλλα βαρβάρων ὑφάσματα ·
1160 εὐηρέτμους ναῦς ἀντίας Ἑλληνίσιν ,
1161 καὶ μιξόθηρας φῶτας , ἱππείας τ’ ἄγρας
1162 ἐλάφων , λεόντων τ’ ἀγρίων θηράματα .
1163 κατ’ εἰσόδους δὲ Κέκροπα θυγατέρων πέλας
1164 σπείραισιν εἱλίσσοντ’ , Ἀθηναίων τινὸς
1165 ἀνάθημα · χρυσέους τ’ ἐν μέσῳ συσσιτίῳ
1166 κρατῆρας ἔστησ’ . ἐν δ’ ἄκροισι βὰς ποσὶ
1167 κῆρυξ ἀνεῖπε τὸν θέλοντ’ ἐγχωρίων
1168 ἐς δαῖτα χωρεῖν . ὡς δ’ ἐπληρώθη στέγη ,
1169 στεφάνοισι κοσμηθέντες εὐόχθου βορᾶς
1170 ψυχὴν ἐπλήρουν . ὡς δ’ ἀνεῖσαν ἡδονήν ,
1171 [ ... ] παρελθὼν πρέσβυς ἐς μέσον πέδον
1172 ἔστη , γέλων δ’ ἔθηκε συνδείπνοις πολύν ,
1173 πρόθυμα πράσσων · ἔκ τε γὰρ κρωσσῶν ὕδωρ
1174 χεροῖν ἔπεμπε νίπτρα , κἀξεθυμία
1175 σμύρνης ἱδρῶτα , χρυσέων τ’ ἐκπωμάτων
1176 ἦρχ’ , αὐτὸς αὑτῷ τόνδε προστάξας πόνον .
1177 ἐπεὶ δ’ ἐς αὐλοὺς ἧκον ἐς κρατῆρά τε
1178 κοινόν , γέρων ἔλεξ’ · Ἀφαρπάζειν χρεὼν
1179 οἰνηρὰ τεύχη σμικρά , μεγάλα δ’ ἐσφέρειν ,
1180 ὡς θᾶσσον ἔλθωσ’ οἵδ’ ἐς ἡδονὰς φρενῶν .
1181 ἦν δὴ φερόντων μόχθος ἀργυρηλάτους
1182 χρυσέας τε φιάλας · δὲ λαβὼν ἐξαίρετον ,
1183 ὡς τῷ νέῳ δὴ δεσπότῃ χάριν φέρων ,
1184 ἔδωκε πλῆρες τεῦχος , εἰς οἶνον βαλὼν
1185 φασι δοῦναι φάρμακον δραστήριον
1186 δέσποιναν , ὡς παῖς νέος ἐκλίποι φάος ·
1187 κοὐδεὶς τάδ’ ᾔδειν . ἐν χεροῖν ἔχοντι δὲ
1188 σπονδὰς μετ’ ἄλλων παιδὶ τῷ πεφηνότι
1189 βλασφημίαν τις οἰκετῶν ἐφθέγξατο ·
1190 δ’ , ὡς ἐν ἱερῷ μάντεσίν τ’ ἐσθλοῖς τραφείς ,
1191 οἰωνὸν ἔθετο , κἀκέλευσ’ ἄλλον νέον
1192 κρατῆρα πληροῦν · τὰς δὲ πρὶν σπονδὰς θεοῦ
1193 δίδωσι γαίᾳ , πᾶσί τ’ ἐκσπένδειν λέγει .
1194 σιγὴ δ’ ὑπῆλθεν . ἐκ δ’ ἐπίμπλαμεν δρόσου
1195 κρατῆρας ἱεροὺς Βυβλίνου τε πώματος .
1196 κἀν τῷδε μόχθῳ πτηνὸς ἐσπίπτει δόμοις
1197 κῶμος πελειῶν Λοξίου γὰρ ἐν δόμοις
1198 ἄτρεστα ναίουσ’ ὡς δ’ ἀπέσπεισαν μέθυ ,
1199 ἐς αὐτὸ χείλη πώματος κεχρημέναι
1200 καθῆκαν , εἷλκον δ’ εὐπτέρους ἐς αὐχένας .
1201 καὶ ταῖς μὲν ἄλλαις ἄνοσος ἦν λοιβὴ θεοῦ ·
1202 δ’ ἕζετ’ ἔνθ’ καινὸς ἔσπεισεν γόνος ,
1203 ποτοῦ τ’ ἐγεύσατ’ , εὐθὺς εὔπτερον δέμας
1204 ἔσεισε κἀβάκχευσεν , ἐκ δ’ ἔκλαγξ’ ὄπα
1205 ἀξύνετον αἰάζουσ’ · ἐθάμβησεν δὲ πᾶς
1206 θοινατόρων ὅμιλος ὄρνιθος πόνους .
1207 θνῄσκει δ’ ἀπασπαίρουσα , φοινικοσκελεῖς
1208 χηλὰς παρεῖσα . γυμνὰ δ’ ἐκ πέπλων μέλη
1209 ὑπὲρ τραπέζης ἧχ’ μαντευτὸς γόνος ,
1210 βοᾷ δέ · Τίς μ’ ἔμελλεν ἀνθρώπων κτενεῖν ;
1211 σήμαινε , πρέσβυ · σὴ γὰρ προθυμία ,
1212 καὶ πῶμα χειρὸς σῆς ἐδεξάμην πάρα .
1213 εὐθὺς δ’ ἐρευνᾷ γραῖαν ὠλένην λαβών ,
1214 ἐπ’ αὐτοφώρῳ πρέσβυν ὡς ἔχονθ’ ἕλοι .
1215 ὤφθη δὲ καὶ κατεῖπ’ ἀναγκασθεὶς μόγις
1216 τόλμας Κρεούσης πώματός τε μηχανάς .
1217 θεῖ δ’ εὐθὺς ἔξω συλλαβὼν θοινάτορας
1218 πυθόχρηστος Λοξίου νεανίας ,
1219 κἀν κοιράνοισι Πυθικοῖς σταθεὶς λέγει ·
1220 Γαῖα σεμνή , τῆς Ἐρεχθέως ὕπο ,
1221 ξένης γυναικός , φαρμάκοισι θνῄσκομεν .
1222 Δελφῶν δ’ ἄνακτες ὥρισαν πετρορριφῆ
1223 θανεῖν ἐμὴν δέσποιναν οὐ ψήφῳ μιᾷ ,
1224 τὸν ἱερὸν ὡς κτείνουσαν ἔν τ’ ἀνακτόροις
1225 φόνον τιθεῖσαν . πᾶσα δὲ ζητεῖ πόλις
1226 τὴν ἀθλίως σπεύσασαν ἀθλίαν ὁδόν ·
1227 παίδων γὰρ ἐλθοῦσ’ εἰς ἔρον Φοίβου πάρα ,
1228 τὸ σῶμα κοινῇ τοῖς τέκνοις ἀπώλεσεν .