Τροφός
89 ἴτ’ εὖ γὰρ ἔσται δωμάτων ἔσω , τέκνα .
90 σὺ δ’ ὡς μάλιστα τούσδ’ ἐρημώσας ἔχε
91 καὶ μὴ πέλαζε μητρὶ δυσθυμουμένῃ .
92 ἤδη γὰρ εἶδον ὄμμα νιν ταυρουμένην
93 τοῖσδ’ , ὥς τι δρασείουσαν · οὐδὲ παύσεται
94 χόλου , σάφ’ οἶδα , πρὶν κατασκῆψαί τινα . . .
95 ἐχθρούς γε μέντοι , μὴ φίλους , δράσειέ τι .
Μήδεια
96 ἰώ ,
δύστανος ἐγὼ μελέα τε πόνων ,
97 ἰώ μοί μοι , πῶς ἂν ὀλοίμαν ;
Τροφός
98 τόδ’ ἐκεῖνο , φίλοι παῖδες · μήτηρ
99 κινεῖ κραδίαν , κινεῖ δὲ χόλον .
100 σπεύσατε θᾶσσον δώματος εἴσω
101 καὶ μὴ πελάσητ’ ὄμματος ἐγγύς ,
102 μηδὲ προσέλθητ’ , ἀλλὰ φυλάσσεσθ’
103 ἄγριον ἦθος στυγεράν τε φύσιν
104 φρενὸς αὐθάδους .
105 ἴτε νῦν , χωρεῖθ’ ὡς τάχος εἴσω .
106 δῆλον δ’ ἀρχῆς ἐξαιρόμενον
107 νέφος οἰμωγῆς ὡς τάχ’ ἀνάψει
108 μείζονι θυμῷ · τί ποτ’ ἐργάσεται
109 μεγαλόσπλαγχνος δυσκατάπαυστος
110 ψυχὴ δηχθεῖσα κακοῖσιν ;
Μήδεια
111 αἰαῖ ,
ἔπαθον τλάμων ἔπαθον μεγάλων
112 ἄξι’ ὀδυρμῶν · κατάρατοι
113 παῖδες ὄλοισθε στυγερᾶς ματρὸς
114 σὺν πατρί , καὶ πᾶς δόμος ἔρροι .