Πυλάδης
1085 πολὺ λέλειψαι τῶν ἐμῶν βουλευμάτων .
1086 μήθ’ αἷμά μου δέξαιτο κάρπιμον πέδον ,
1087 μὴ λαμπρὸς αἰθήρ , εἴ σ’ ἐγὼ προδούς ποτε
1088 ἐλευθερώσας τοὐμὸν ἀπολίποιμι σέ .
1089 καὶ συγκατέκτανον γάρ , οὐκ ἀρνήσομαι ,
1090 καὶ πάντ’ ἐβούλευσ’ ὧν σὺ νῦν τίνεις δίκας ·
1091 καὶ ξυνθανεῖν οὖν δεῖ με σοὶ καὶ τῇδ’ ὁμοῦ .
1092 ἐμὴν γὰρ αὐτήν , ἧς { γε } λέχος ἐπῄνεσα ,
1093 κρίνω δάμαρτα · τί γὰρ ἐρῶ κἀγώ ποτε
1094 γῆν Δελφίδ’ ἐλθὼν Φωκέων ἀκρόπτολιν ,
1095 ὃς πρὶν μὲν ὑμᾶς δυστυχεῖν φίλος παρῆ ,
1096 νῦν δ’ οὐκέτ’ εἰμὶ δυστυχοῦντί σοι φίλος ;
1097 οὐκ ἔστιν . ἀλλὰ ταῦτα μὲν κἀμοὶ μέλει ·
1098 ἐπεὶ δὲ κατθανούμεθ’ , ἐς κοινοὺς λόγους
1099 ἔλθωμεν , ὡς ἂν Μενέλεως συνδυστυχῇ .
Ὀρέστης
1100 φίλτατ’ , εἰ γὰρ τοῦτο κατθάνοιμ’ ἰδών .
Πυλάδης
1101 πιθοῦ νυν , ἄμμεινόν τε φασγάνου τομάς .
Ὀρέστης
1102 μενῶ , τὸν ἐχθρὸν εἴ τι τιμωρήσομαι .
Πυλάδης
1103 σίγα νυν · ὡς γυναιξὶ πιστεύω βραχύ .
Ὀρέστης
1104 μηδὲν τρέσῃς τάσδ’ · ὡς πάρεισ’ ἡμῖν φίλαι .
Πυλάδης
1105 Ἑλένην κτάνωμεν , Μενέλεῳ λύπην πικράν .