Ὀρέστης
1599 σίγα νυν , ἀνέχου δ’ ἐνδίκως πράσσων κακῶς .
Μενέλαος
1600 ἦ γὰρ δίκαιον ζῆν σε ;
Ὀρέστης
καὶ κρατεῖν γε γῆς .
Μενέλαος
1601 ποίας ;
Ὀρέστης
ἐν Ἄργει τῷδε τῷ Πελασγικῷ .
Μενέλαος
1602 εὖ γοῦν θίγοις ἂν χερνίβων —
Ὀρέστης
τί δὴ γὰρ οὔ ;
Μενέλαος
1603 καὶ σφάγια πρὸ δορὸς καταβάλοις .
Ὀρέστης
σὺ δ’ ἂν καλῶς ;
Μενέλαος
1604 ἁγνὸς γάρ εἰμι χεῖρας .
Ὀρέστης
ἀλλ’ οὐ τὰς φρένας .
Μενέλαος
1605 τίς δ’ ἂν προσείποι σέ ;
Ὀρέστης
ὅστις ἐστὶ φιλοπάτωρ .
Μενέλαος
1606 ὅστις δὲ τιμᾷ μητέρα ;
Ὀρέστης
εὐδαίμων ἔφυ .
Μενέλαος
1607 οὔκουν σύ γε .
Ὀρέστης
οὐ γὰρ ἁνδάνουσιν αἱ κακαί .
Μενέλαος
1608 ἄπαιρε θυγατρὸς φάσγανον .
Ὀρέστης
ψευδὴς ἔφυς .
Μενέλαος
1609 ἀλλὰ κτενεῖς μου θυγατέρα ;
Ὀρέστης
οὐ ψευδὴς ἔτ’ εἶ .
Μενέλαος
1610 οἴμοι , τί δράσω ;
Ὀρέστης
πεῖθ’ ἐς Ἀργείους μολὼν —
Μενέλαος
1611 πειθὼ τίνα ;
Ὀρέστης
ἡμᾶς μὴ θανεῖν · αἰτοῦ πόλιν .
Μενέλαος
1612 ἢ παῖδά μου φονεύσετε ;
Ὀρέστης
ὧδ’ ἔχει τάδε .
Μενέλαος
1613 ὦ τλῆμον Ἑλένη —
Ὀρέστης
τἀμὰ δ’ οὐχὶ τλήμονα ;
Μενέλαος
1614 σὲ σφάγιον ἐκόμισ’ ἐκ Φρυγῶν —
Ὀρέστης
εἰ γὰρ τόδ’ ἦν .
Μενέλαος
1615 πόνους πονήσας μυρίους .
Ὀρέστης
πλήν γ’ εἰς ἐμέ .
Μενέλαος
1616 πέπονθα δεινά .
Ὀρέστης
τότε γὰρ ἦσθ’ ἀνωφελής .
Μενέλαος
1617 ἔχεις με .
Ὀρέστης
σαυτὸν σύ γ’ ἔλαβες κακὸς γεγώς .
1618 ἀλλ’ εἶ’ , ὕφαπτε δώματ’ , Ἠλέκτρα , τάδε ·
1619 σύ τ’ , ὦ φίλων μοι τῶν ἐμῶν σαφέστατε ,
1620 Πυλάδη , κάταιθε γεῖσα τειχέων τάδε .