Χορός
690 ἕρπω πᾶς κατ’ ἴχνος αὐτῶν . βοὴν ἐγερτέον ;
691 ἀλλὰ συμμάχους ταράσσειν δεινὸν ἐκ νυκτῶν φόβῳ .
692 τίς ἀνδρῶν βάς ;
693 τίς μέγα θρασὺς ἐπεύξεται
694 χέρα φυγὼν ἐμάν ;
695 πόθεν νιν κυρήσω ;
696 τίνι προσεικάσω ,
697 ὅστις δι’ ὄρφνης ἦλθ’ ἀδειμάντῳ ποδὶ
698 διά τε τάξεων καὶ φυλάκων ἕδρας ;
699 Θεσσαλὸς
700 παραλίαν Λοκρῶν νεμόμενος πόλιν ;
701 νησιώτην σποράδα κέκτηται βίον ;
702 τίς ἦν ; πόθεν ; ποίας πάτρας ;
703 ποῖον δ’ εὔχεται τὸν ὕπατον θεῶν ;
704 ἆρ’ ἔστ’ Ὀδυσσέως τοὔργον τίνος τόδε ;
705 εἰ τοῖς πάροιθε χρὴ τεκμαίρεσθαι · τί μήν ;
706 δοκεῖς γάρ ; τί μὴν οὔ ;
707 θρασὺς γοῦν ἐς ἡμᾶς .
708 τίν’ ἀλκήν ; τίν’ αἰνεῖς ; Ὀδυσσῆ .
709 μὴ κλωπὸς αἴνει φωτὸς αἱμύλον δόρυ .
710 ἔβα καὶ πάρος
711 κατὰ πόλιν , ὕπαφρον ὄμμ’ ἔχων ,
712 ῥακοδύτῳ στολᾷ
713 πυκασθείς , ξιφήρης
714 κρύφιος ἐν πέπλοις .
715 βίον δ’ ἐπαιτῶν εἷρπ’ ἀγύρτης τις λάτρις ,
716 ψαφαρόχρουν κάρα πολυπινές τ’ ἔχων ·
717 πολλὰ δὲ τὰν
718 βασιλίδ’ ἑστίαν Ἀτρειδᾶν κακῶς
719 ἔβαζε δῆθεν ἐχθρὸς ὢν στρατηλάταις .
720 ὄλοιτ’ ὄλοιτο πανδίκως ,
721 πρὶν ἐπὶ γᾶν Φρυγῶν ποδὸς ἴχνος βαλεῖν .
722 εἴτ’ οὖν Ὀδυσσέως εἴτε μή , φόβος μ’ ἔχει ·
723 Ἕκτωρ γὰρ ἡμῖν τοῖς φύλαξι μέμψεται .
724 τί λάσκων ; δυσοίζων .
725 τί δρᾶσαι ; τί ταρβεῖς ;
726 καθ’ ἡμᾶς περᾶσαι [ ... ] τίν’ ἀνδρῶν ;
727 οἳ τῆσδε νυκτὸς ἦλθον ἐς Φρυγῶν στρατόν .