Θησεύς
585 πάντ’ ἄνδρ’ ὁπλίτην ἁρμάτων τ’ ἐπεμβάτην ,
586 μοναμπύκων τε φάλαρα κινεῖσθαι στόμα
587 ἀφρῷ καταστάζοντα Καδμείαν χθόνα .
588 χωρήσομαι γὰρ ἑπτὰ πρὸς Κάδμου πύλας
590 αὐτὸς σίδηρον ὀξὺν ἐν χεροῖν ἔχων
589 αὐτός τε κῆρυξ . σοὶ δὲ προστάσσω μένειν ,
591 Ἄδραστε , κἀμοὶ μὴ ἀναμίγνυσθαι τύχας
592 τὰς σάς . ἐγὼ γὰρ δαίμονος τοὐμοῦ μέτα
593 στρατηλατήσω καινὸς ἐν καινῷ δορί .
594 ἓν δεῖ μόνον μοι · τοὺς θεοὺς ἔχειν , ὅσοι
595 δίκην σέβονται · ταῦτα γὰρ ξυνόνθ’ ὁμοῦ
596 νίκην δίδωσιν . ἁρετὴ δ’ οὐδὲν λέγει
597 βροτοῖσιν , μὴ τὸν θεὸν χρῄζοντ’ ἔχῃ .
Χορός
598 μέλεαι μελέων ματέρες λοχαγῶν ,
599 ὥς μοι ὑφ’ ἥπατι χλωρὸν δεῖμα θάσσει
600 τίν’ αὐδὰν τάνδε προσφέρεις νέαν ;
601 στράτευμα πᾷ Παλλάδος κριθήσεται ;
602 διὰ δορὸς εἶπας , λόγων ξυναλλαγαῖς ;
603 γένοιτ’ ἂν κέρδος · εἰ δ’ ἀρείφατοι
604 φόνοι μάχαι στερνοτυπεῖς τ’ ἀνὰ πτόλιν
605 κτύποι φανήσονται , τάλαινα ,
606 τίνα λόγον , τίν’ ἂν τῶνδ’ αἰτία λάβοιμι ; [ ... ]
608 ἀλλὰ τὸν εὐτυχίᾳ λαμπρὸν ἄν τις αἱροῖ
609 μοῖρα πάλιν · τόδε μοι θράσος ἀμφιβαίνει .
610 δικαίους δαίμονας σύ γ’ ἐννέπεις .
611 τίνες γὰρ ἄλλοι νέμουσι συμφοράς ;
612 διάφορα πολλὰ θεῶν βροτοῖσιν εἰσορῶ .
613 φόβῳ γὰρ τῷ πάρος διόλλυσαι ·
614 δίκα δίκαν δ’ ἐκάλεσε καὶ φόνος φόνον ,
615 κακῶν δ’ ἀναψυχὰς θεοὶ
617 βροτοῖς νέμουσι , πάντων τέρμ’ ἔχοντες αὐτοί . [ ... ]
618 τὰ καλλίπυργα πεδία πῶς ἱκοίμεθ’ ἄν ,
619 Καλλίχορον θεᾶς ὕδωρ λιποῦσαι
620 ποτανὰν εἴ σέ τις θεῶν κτίσαι .
621 διπόταμον ἵνα πόλιν μόλω .
622 εἰδείης ἂν φίλων εἰδείης ἂν τύχας .
623 τίς ποτ’ αἶσα , τίς ἄρα πότμος
624 ἐπιμένει τὸν ἄλκιμον
625 τᾶσδε γᾶς ἄνακτα ; [ ... ]
626 κεκλημένους μὲν ἀνακαλούμεθ’ αὖ θεούς ·
627 ἀλλὰ φόβων πίστις ἅδε πρώτα .
628 ἰὼ Ζεῦ , τᾶς παλαιομάτορος
629 παιδογόνε πόριος Ἰνάχου .
630 πόλει μοι ξύμμαχος γενοῦ τᾷδ’ εὐμενής .
631 τὸ σὸν ἄγαλμα , τὸ σὸν ἵδρυμα
632 πόλεος , ἐκκομίζομαι
633 πρὸς πυρὰν ὑβρισθέν . [ ... ] [ ... ]
Ἄγγελος
634 γυναῖκες , ἥκω πόλλ’ ἔχων λέγειν φίλα ,
635 αὐτός τε σωθείς · ᾑρέθην γὰρ ἐν μάχῃ ,
636 ἣν οἱ θανόντων ἑπτὰ δεσποτῶν λόχοι
637 ἠγωνίσαντο ῥεῦμα Διρκαῖον πάρα ·
638 νίκην τε Θησέως ἀγγελῶν . λόγου δέ σε
639 μακροῦ ἀποπαύσω · Καπανέως γὰρ λάτρις ,
640 ὃν Ζεὺς κεραυνῷ πυρπόλῳ καταιθαλοῖ .
Χορός
641 φίλτατ’ , εὖ μὲν νόστον ἀγγέλλεις σέθεν
642 τήν τ’ ἀμφὶ Θησέως βάξιν · εἰ δὲ καὶ στρατὸς
643 σῶς ἐστ’ Ἀθηνῶν , πάντ’ ἂν ἀγγέλλοις φίλα .
Ἄγγελος
644 σῶς , καὶ πέπραγεν ὡς Ἄδραστος ὤφελεν
645 πρᾶξαι ξὺν Ἀργείοισιν , οὓς ἀπ’ Ἰνάχου
646 στείλας ἐπεστράτευσε Καδμείων πόλιν .
Χορός
647 πῶς γὰρ τροπαῖα Ζηνὸς Αἰγέως τόκος
648 ἔστησεν οἵ τε συμμετασχόντες δορός ;
649 λέξον · παρὼν γὰρ οὐ παρόντας εὐφρανεῖς .
Ἄγγελος
650 λαμπρὰ μὲν ἀκτὶς ἡλίου , κανὼν σαφής ,
651 ἔβαλλε γαῖαν · ἀμφὶ δ’ Ἠλέκτρας πύλας
652 ἔστην θεατὴς πύργον εὐαγῆ λαβών .
653 ὁρῶ δὲ φῦλα τρία τριῶν στρατευμάτων ·
654 τευχεσφόρον μὲν λαὸν ἐκτείνοντ’ ἄνω
655 Ἰσμήνιον πρὸς ὄχθον , ὡς μὲν ἦν λόγος ,
656 αὐτόν τ’ ἄνακτα , παῖδα κλεινὸν Αἰγέως ,
657 καὶ τοὺς σὺν αὐτῷ , δεξιὸν τεταγμένους
658 κέρας , παλαιᾶς Κεκροπίας { τ’ } οἰκήτορας ,
662 ἴσους ἀριθμόν · ἁρμάτων δ’ ὀχήματα
659 αὐτόν τε Πάραλον ἐστολισμένον δορὶ
660 κρήνην παρ’ αὐτὴν Ἄρεος · ἱππότην δ’ ὄχλον
661 πρὸς κρασπέδοισι στρατοπέδου τεταγμένον .
664 Κάδμου δὲ λαὸς ἧστο πρόσθε τειχέων ,
665 νεκροὺς ὄπισθεν θέμενος , ὧν ἔκειτ’ ἀγών ,
663 ἔνερθε σεμνῶν μνημάτων Ἀμφίονος .
666 ἱππεῦσι δ’ ἱππῆς ἦσαν ἀνθωπλισμένοι
667 τετραόροισί τ’ ἀντί’ ἅρμαθ’ ἅρμασιν .
668 κῆρυξ δὲ Θησέως εἶπεν ἐς πάντας τάδε ·
669 Σιγᾶτε , λαοί · σῖγα , Καδμείων στίχες ,
670 ἀκούσαθ’ · ἡμεῖς ἥκομεν νεκροὺς μέτα ,
671 θάψαι θέλοντες , τὸν Πανελλήνων νόμον
672 σῴζοντες , οὐδὲν δεόμενοι τεῖναι φόνον .
673 κοὐδὲν Κρέων τοῖσδ’ ἀντεκήρυξεν λόγοις ,
674 ἀλλ’ ἧστ’ ἐφ’ ὅπλοις σῖγα . ποιμένες δ’ ὄχων
675 τετραόρων κατῆρχον ἐντεῦθεν μάχης ·
676 πέραν δὲ διελάσαντες ἀλλήλων ὄχους ,
677 παραιβάτας ἔστησαν ἐς τάξιν δορός .
678 χοἳ μὲν σιδήρῳ διεμάχονθ’ , οἳ δ’ ἔστρεφον
679 πώλους ἐς ἀλκὴν αὖθις ἐς παραιβάτας .
680 ἰδὼν δὲ Φόρβας , ὃς μοναμπύκων ἄναξ
681 ἦν τοῖς Ἐρεχθείδαισιν , ἁρμάτων ὄχλον ,
682 οἵ τ’ αὖ τὸ Κάδμου διεφύλασσον ἱππικόν ,
683 συνῆψαν ἀλκὴν κἀκράτουν ἡσσῶντό τε .
684 λεύσσων δὲ ταῦτα κοὐ κλύων ἐκεῖ γὰρ
685 ἔνθ’ ἅρματ’ ἠγωνίζεθ’ οἵ τ’ ἐπεμβάται
686 τἀκεῖ παρόντα πολλὰ πήματ’ , οὐκ ἔχω
687 τί πρῶτον εἴπω , πότερα τὴν ἐς οὐρανὸν
688 κόνιν προσαντέλλουσαν , ὡς πολλὴ παρῆν ,
689 τοὺς ἄνω τε καὶ κάτω φορουμένους
690 ἱμᾶσιν , αἵματός τε φοινίου ῥοάς ,
691 τῶν μὲν πιτνόντων , τῶν δὲ θραυσθέντων δίφρων
692 ἐς κρᾶτα πρὸς γῆν ἐκκυβιστώντων βίᾳ
693 πρὸς ἁρμάτων τ’ ἀγαῖσι λειπόντων βίον ;
694 νικῶντα δ’ ἵπποις ὡς ὑπείδετο στρατὸν
695 Κρέων τὸν ἐνθένδ’ , ἰτέαν λαβὼν χερὶ
696 χωρεῖ , πρὶν ἐλθεῖν ξυμμάχοις δυσθυμίαν .
699 καὶ συμπατάξαντες μέσον πάντα στρατὸν
700 ἔκτεινον ἐκτείνοντο , καὶ παρηγγύων
701 κελευσμὸν ἀλλήλοισι σὺν πολλῇ βοῇ ·
702 Θεῖν’ · ἀντέρειδε τοῖς Ἐρεχθείδαις δόρυ .
697 καὶ μὴν τὰ Θησέως γ’ οὐκ ὄκνῳ διεφθάρη ,
698 ἀλλ’ ἵετ’ εὐθὺς λάμπρ’ ἀναρπάσας ὅπλα ·
703 λόχος δ’ ὀδόντων ὄφεος ἐξηνδρωμένος
704 δεινὸς παλαιστὴς ἦν · ἔκλινε γὰρ κέρας
705 τὸ λαιὸν ἡμῶν · δεξιοῦ δ’ ἡσσώμενον
706 φεύγει τὸ κείνων · ἦν δ’ ἀγὼν ἰσόρροπος .
707 κἀν τῷδε τὸν στρατηγὸν αἰνέσαι παρῆν ·
708 οὐ γὰρ τὸ νικῶν τοῦτ’ ἐκέρδαινεν μόνον ,
709 ἀλλ’ ᾤχετ’ ἐς τὸ κάμνον οἰκείου στρατοῦ .
710 ἔρρηξε δ’ αὐδήν , ὥσθ’ ὑπηχῆσαι χθόνα ·
711 παῖδες , εἰ μὴ σχήσετε στερρὸν δόρυ
712 σπαρτῶν τόδ’ ἀνδρῶν , οἴχεται τὰ Παλλάδος .
713 θάρσος δ’ ἐνῶρσε παντὶ Κραναϊδῶν στρατῷ .
714 αὐτός θ’ ὅπλισμα τοὐπιδαύριον λαβὼν
715 δεινῆς κορύνης διαφέρων ἐσφενδόνα
716 ὁμοῦ τραχήλους κἀπικείμενον κάρα ,
717 κυνέας θερίζων κἀποκαυλίζων ξύλῳ .
718 μόλις δέ πως ἔτρεψαν ἐς φυγὴν πόδα .
719 ἐγὼ δ’ ἀνηλάλαξα κἀνωρχησάμην
720 κἄκρουσα χεῖρας . οἳ δ’ ἔτεινον ἐς πύλας .
721 βοὴ δὲ καὶ κωκυτὸς ἦν ἀνὰ πτόλιν
722 νέων γερόντων , ἱερά τ’ ἐξεπίμπλασαν
723 φόβῳ . παρὸν δὲ τειχέων ἔσω μολεῖν ,
724 Θησεὺς ἐπέσχεν · οὐ γὰρ ὡς πέρσων πόλιν
725 μολεῖν ἔφασκεν , ἀλλ’ ἀπαιτήσων νεκρούς .
726 τοιόνδε τὸν στρατηγὸν αἱρεῖσθαι χρεών ,
727 ὃς ἔν τε τοῖς δεινοῖσίν ἐστιν ἄλκιμος
728 μισεῖ θ’ ὑβριστὴν λαόν , ὃς πράσσων καλῶς
729 ἐς ἄκρα βῆναι κλιμάκων ἐνήλατα
730 ζητῶν ἀπώλεσ’ ὄλβον χρῆσθαι παρῆν .
Χορός
731 νῦν τήνδ’ ἄελπτον ἡμέραν ἰδοῦσ’ ἐγὼ
732 θεοὺς νομίζω , καὶ δοκῶ τῆς συμφορᾶς
733 ἔχειν ἔλασσον , τῶνδε τεισάντων δίκην .
Ἄδραστος
734 Ζεῦ , τί δῆτα τοὺς ταλαιπώρους βροτοὺς
735 φρονεῖν λέγουσι ; σοῦ γὰρ ἐξηρτήμεθα
736 δρῶμέν τε τοιαῦθ’ ἃν σὺ τυγχάνῃς θέλων .
737 ἡμῖν γὰρ ἦν τό τ’ Ἄργος οὐχ ὑποστατόν ,
738 αὐτοί τε πολλοὶ καὶ νέοι βραχίοσιν ·
739 Ἐτεοκλέους τε σύμβασιν ποιουμένου ,
740 μέτρια θέλοντος , οὐκ ἐχρῄζομεν λαβεῖν ,
741 κἄπειτ’ ἀπωλόμεσθα . δ’ αὖ τότ’ εὐτυχής ,
742 λαβὼν πένης ὣς ἀρτίπλουτα χρήματα ,
743 ὕβριζ’ , ὑβρίζων τ’ αὖθις ἀνταπώλετο
744 Κάδμου κακόφρων λαός . καιροῦ πέρα
745 τὸ τόξον ἐντείνοντες · κενοὶ βροτῶν ,
746 καὶ πρὸς δίκης γε πολλὰ πάσχοντες κακά ,
747 φίλοις μὲν οὐ πείθεσθε , τοῖς δὲ πράγμασιν ·
748 πόλεις τ’ , ἔχουσαι διὰ λόγου κάμψαι κακά ,
749 φόνῳ καθαιρεῖσθ’ , οὐ λόγῳ , τὰ πράγματα .
750 ἀτὰρ τί ταῦτα ; κεῖνο βούλομαι μαθεῖν ,
751 πῶς ἐξεσώθης · εἶτα τἄλλ’ ἐρήσομαι .
Ἄγγελος
752 ἐπεὶ ταραγμὸς πόλιν ἐκίνησεν δορί ,
753 πύλας διῆλθον , ᾗπερ εἰσῄει στρατός .
Ἄδραστος
754 ὧν δ’ οὕνεχ’ ἁγὼν ἦν , νεκροὺς κομίζετε ;
Ἄγγελος
755 ὅσοι γε κλεινοῖς ἕπτ’ ἐφέστασαν δόμοις .
Ἄδραστος
756 πῶς φῄς ; δ’ ἄλλος ποῦ κεκμηκότων ὄχλος ;
Ἄγγελος
757 τάφῳ δέδονται πρὸς Κιθαιρῶνος πτυχαῖς .
Ἄδραστος
758 τοὐκεῖθεν τοὐνθένδε ; τίς δ’ ἔθαψέ νιν ;
Ἄγγελος
759 Θησεύς , σκιώδης ἔνθ’ Ἐλευθερὶς πέτρα .
Ἄδραστος
760 οὓς δ’ οὐκ ἔθαψε ποῦ νεκροὺς ἥκεις λιπών ;
Ἄγγελος
761 ἐγγύς · πέλας γὰρ πᾶν τι σπουδάζεται .
Ἄδραστος
762 που πικρῶς νιν θέραπες ἦγον ἐκ φόνου ;